Στην τελική ευθεία βρίσκονται πλέον οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές προκειμένου να αποκτήσει η Ελλάδα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο εξωδικαστικής διευθέτησης των «κόκκινων» επιχειρηματικών χρεών προς τις τράπεζες και το Δημόσιο.
Κατά τις χθεσινές διαπραγματεύσεις του οικονομικού επιτελείου με τους εκπροσώπους των δανειστών έκλεισαν, σύμφωνα με πληροφορίες, τα περισσότερα από τα βασικά ανοιχτά θέματα και τις επόμενες ημέρες το πλαίσιο αναμένεται να λάβει τη μορφή νομοσχεδίου.
Οι πιστωτές
Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι η συμμετοχή των πιστωτών στα σχέδια αναδιάρθρωσης-κουρέματος χρεών θα είναι αναλογική σε αντιστοιχία με τις απαιτήσεις τους, επίσης ότι οι εκθέσεις βιωσιμότητας των μικρών επιχειρήσεων θα είναι τυποποιημένες, ενώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις θα απαιτείται ανεξάρτητη έκθεση βιωσιμότητας από ελεγκτική εταιρεία και τέλος, ότι δεν θα υπάρχει οριζόντια «ασυλία» των τραπεζικών και δημόσιων υπαλλήλων που θα διαγράφουν χρέη, αλλά ένας μηχανισμός «ενισχυμένης προστασίας» που θα προϋποθέτει την τήρηση συγκεκριμένων διαδικασιών.
Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά κρίσιμο, δεδομένου ότι η επιτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού θα καθορίσει την επόμενη μέρα σε περισσότερες από 200.000 επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες οι οποίες ύστερα από επτά χρόνια κρίσης έχουν συσσωρεύσει μαζί με τα φυσικά πρόσωπα πάνω από 225 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων χρεών προς τις εφορίες, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες, και πλέον καλούνται είτε να τα ρυθμίσουν είτε να οδηγηθούν σε βίαια εκκαθάριση.
Κρίσιμος πυλώνας της εξωδικαστικής διευθέτησης των επιχειρηματικών οφειλών θα είναι η δυνατότητα του Δημοσίου να συναινεί σε ρυθμίσεις και διαγραφές χρεών κατ’ αντιστοιχία με τους υπόλοιπους πιστωτές προκειμένου να διευκολύνονται οι αναδιαρθρώσεις.
Η δυνατότητα διαγραφής κεφαλαίου είναι υπό συζήτηση με στόχο να βρεθούν εργαλεία που δεν θα δημιουργούν προβλήματα αντισυνταγματικότητας.
Μία από τις λύσεις που εξετάζονται είναι ο διαχωρισμός (split) ανάμεσα στους τόκους που καταβάλλονται επί του κεφαλαίου και εκείνων που πληρώνονται για πρόστιμα και προσαυξήσεις.
Οι δεύτεροι θα παγώνουν για όλα τα χρόνια της ρύθμισης (π.χ. 10-20 χρόνια) και θα προβλέπεται ότι θα πληρωθούν αφού πρώτα εξοφληθούν οι μη διασφαλισμένες απαιτήσεις των πιστωτών.
Οι εταιρείες που θα υπάγονται στον νόμο για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών θα αντιμετωπίζονται σε «συνήθεις» ή «σύνθετες» περιπτώσεις ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας της αναδιάρθρωσης των χρεών τους, ενώ ξεχωριστή κατηγορία έχει προταθεί να αποτελούν οι μεγάλοι και πολύ μεγάλοι οφειλέτες του Δημοσίου.
Η διευθέτηση των οφειλών
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις η διευθέτηση των οφειλών θα είναι τυποποιημένη, ενώ για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις οι λύσεις θα επιλέγονται ανάλογα με το προφίλ και τις ανάγκες (tailor made).
Βάση για κάθε συζήτηση εξωδικαστικής ρύθμισης χρεών θα αποτελεί η έκθεση βιωσιμότητας που θα γίνεται για την κάθε επιχείρηση ξεχωριστά και σε αντιπαραβολή με την πτωχευτική περιουσία της επιχείρησης σε περίπτωση εκκαθάρισης.
Εφόσον κρίνεται ότι με συγκεκριμένες ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις, εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων κ.λπ., θα μπορέσει να εξυπηρετήσει το χρέος της στο μέλλον, θα επιχειρείται να βρεθεί συμφωνία από το 60% των πιστωτών την οποία θα δεσμεύονται να ακολουθούν όλοι οι πιστωτές έπειτα από επικύρωσή της στο δικαστήριο.
Πρόταση της κυβέρνησης είναι η απαιτούμενη απαρτία να υπολογίζεται επί των πιστωτών που συμμετέχουν και ψηφίζουν και όχι επί του συνόλου των απαιτήσεων.
Με τον τρόπο αυτό δεν προστατεύονται οι πιστωτές οι οποίοι σαμποτάρουν ή δεν ενδιαφέρονται για την αναδιάρθρωση χρεών της επιχείρησης.
Προϋποθέσεις υπαγωγής
Προκειμένου να μπουν στον νόμο οι οφειλέτες θα πρέπει να μπορούν να αποδείξουν ότι βρίσκονται σε οικονομική δυσπραγία. Στην αίτησή τους θα περιλαμβάνονται όλες οι απαραίτητες πληροφορίες για τις υποχρεώσεις, τα έσοδα και τα έξοδά τους καθώς και εξουσιοδότηση πρόσβασης των πιστωτών τους στα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης.
Θα προβλέπεται επίσης συγκεκριμένη ημερομηνία μετά την οποία οι οφειλές τους κατέστησαν ληξιπρόθεσμες ώστε να μπορούν να κάνουν χρήση του νόμου.
Ο νόμος θα προβλέπει ασφαλιστικές δικλίδες προκειμένου να μην μπορούν να επωφεληθούν από ρυθμίσεις στρατηγικοί κακοπληρωτές, φοροφυγάδες κ.λπ.
Προτείνεται να μην μπορούν να υπαχθούν επιχειρήσεις και άτομα που έχουν καταδικαστεί για το αδίκημα της φοροδιαφυγής, της δόλιας πτώχευσης και πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για απάτη, πλαστογραφία εγγράφων κ.λπ.
Οι υποθέσεις αναδιάρθρωσης για τις επιχειρήσεις διαχωρίζονται σε «συνήθεις» και «σύνθετες». Για τις συνήθεις υποθέσεις ή τις επιχειρήσεις με μικρό μέγεθος, η εκτίμηση βιωσιμότητας και οι προτάσεις αναδιάρθρωσης θα γίνονται με βάση τυποποιημένες διαδικασίες.
Μια πρόταση είναι να τις αναλαμβάνουν οι τράπεζες εφόσον το μερίδιό τους στις συνολικές απαιτήσεις είναι υψηλότερο από το 25%.
Ο διαχωρισμός
Ο άτυπος διαχωρισμός μεταξύ «εύκολων» και «σύνθετων» υποθέσεων αναδιάρθρωσης προτείνεται να γίνεται με κριτήρια την αξία των δανείων, τον αριθμό των εργαζομένων και τον κύκλο εργασιών.
Για τις σύνθετες περιπτώσεις, ο νόμος θα προβλέπει ότι η έκθεση βιωσιμότητας και η πρόταση αναδιάρθρωσης θα προετοιμάζονται από ανεξάρτητους ειδικούς οι οποίοι θα επιλέγονται από μια επιτροπή που θα εκπροσωπεί τους πέντε πιστωτές με τις μεγαλύτερες απαιτήσεις κάθε κλάσης. Η επιτροπή θα παίρνει αποφάσεις κατά πλειοψηφία.
Η έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης θα γίνεται όμως από τη συνέλευση των πιστωτών. Οι τράπεζες θα μπορούν να προετοιμάζουν τη δική τους έκθεση βιωσιμότητας, το ίδιο και το Δημόσιο.
Η έκθεση βιωσιμότητας σε αυτές τις περιπτώσεις σύνθετων αναδιαρθρώσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη λειτουργική αναδιάρθρωση (πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, μείωση προσωπικού και κόστους κ.λπ.) αλλά και τη συγκέντρωση σε κλαδικό επίπεδο.
