Το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης συμφώνησε, όπως αναμενόταν, χθες με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αποφάσισε τη μη επιβολή προστίμων σε Ισπανία και Πορτογαλία για τα υψηλά δημοσιονομικά τους ελλείμματα.
Οι δύο χώρες της Ιβηρικής βρέθηκαν στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών αρχών και αντιμέτωπες με επιβολή προστίμων πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ καθώς δεν κατάφεραν να επιτύχουν τους δημοσιονομικούς τους στόχους στις προθεσμίες που είχαν συμφωνήσει με την Κομισιόν και το Eurogroup.
Συγκεκριμένα η Πορτογαλία εμφάνισε πέρυσι δημόσιο έλλειμμα 4,4% του ΑΕΠ έναντι χαμηλότερου του 3% του ΑΕΠ που είχε συμφωνήσει με την Επιτροπή, ενώ η Ισπανία 5,1% του ΑΕΠ έναντι στόχου 4,2%.
Παρά την καραμπινάτη παραβίαση του Συμφώνου Σταθερότητας όμως, τόσο η Επιτροπή όσο και οι υπουργοί Οικονομικών της Ε.Ε. αποφάσισαν -για ακόμη μία φορά- να παρακάμψουν τους κανόνες και να προσφέρουν νέα παράταση στις δύο χώρες προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους.
Συγκεκριμένα, η Ισπανία θα έχει ακόμα δύο χρόνια, ώς το 2018, για να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από το 3% του ΑΕΠ, ενώ η Πορτογαλία ώς τα τέλη του 2016 για να μειώσει το έλλειμμά της στο 2,5%.
Οι δύο χώρες οφείλουν, σύμφωνα με τη χθεσινή απόφαση του συμβουλίου, να υποβάλουν δημοσιονομική έκθεση ώς τα μέσα Οκτωβρίου και να υιοθετήσουν μέτρα που θα οδηγήσουν στην επίτευξη αυτών των στόχων.
Η απόφαση να πέσουν στα μαλακά οι δύο χώρες αποτελεί εμφανώς κίνηση ελιγμού εκ μέρους των ισχυρών της Ε.Ε. στη δύσκολη για τη συνοχή της Ενωσης περίοδο, μετά το χαστούκι του βρετανικού δημοψηφίσματος.
Το συντηρητικό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα -που ελέγχει σήμερα τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τα κέντρα αποφάσεων των Βρυξελλών και είναι ο βασικός υποστηρικτής της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ενωση- αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν τώρα, αμέσως μετά την απόφαση για Brexit, την κορύφωση των αντιευρωπαϊκών φωνών και της δυσαρέσκειας των ευρωπαϊκών λαών, η ώρα για τιμωρίες και πρόστιμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι λίγο πριν από την απόφαση της Επιτροπής στα τέλη Ιουλίου, αυτός που επικοινώνησε τηλεφωνικά με αρκετούς Ευρωπαίους επιτρόπους προκειμένου να τους πείσει να μην επιβάλουν πρόστιμα σε Μαδρίτη και Λισαβόνα δεν ήταν ο… Στίγκλιτς, αλλά ο «κέρβερος» της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ε.Ε., ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Για μερίδα του Τύπου η κίνηση αυτή του Σόιμπλε ερμηνεύτηκε ως αβάντα στον συντηρητικό Ισπανό Μαριάνο Ραχόι, ο οποίος ύστερα από δύο εκλογικές αναμετρήσεις προσπαθεί να ανακτήσει τη διακυβέρνηση της χώρας του.
Αρκετοί οικονομικοί αναλυτές έκριναν πάντως συνετή την απόφαση, υπογραμμίζοντας την εύθραυστη ακόμη κατάσταση των δύο οικονομιών, του συνόλου της οικονομίας της Ε.Ε. αλλά και τη νευρικότητα των αγορών.
Από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση πολύ σωστά ήταν η πρώτη που υποστήριξε Ισπανούς και Πορτογάλους και τάχθηκε υπέρ της ελαστικής αντιμετώπισής τους.
Η τελική απόφαση της Επιτροπής και του Eurogroup αποτελεί γι’ αυτήν παρακαταθήκη εν όψει του δύσκολου αγώνα που ξεκινά για τη μείωση των υπερβολικών δημοσιονομικών στόχων που έχουν τεθεί από τους πιστωτές μας για μετά το 2018 (3,5% του ΑΕΠ).
Ας σημειωθεί ότι τους δημοσιονομικούς κανόνες τους παραβιάζουν και δεν τιμωρούνται όχι μόνο οι συνήθεις ύποπτοι αλλά και οι ασυνήθεις.
Η Γαλλία παραβίασε τους στόχους της τρεις φορές και παρ’ όλα αυτά δεν της επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο γιατί, όπως ξεστόμισε πρόσφατα ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, «…είναι η Γαλλία»! Αλλά και η Γερμανία στην προηγούμενη δεκαετία παραβίασε επί τρία συνεχή έτη τον στόχο της για το δημοσιονομικό έλλειμμα, χωρίς να της επιβληθούν κυρώσεις.
