Με ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας θα απαντήσει η κυβέρνηση στην ενδεχόμενη κάθετη άρνηση των δανειστών να αποδεχθούν η αποφασιστική αρμοδιότητα για τον κατώτατο μισθό να ξαναπεράσει στους κοινωνικούς εταίρους (ΓΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΒ, ΣΕΤΕ).
Οπως αποκάλυψε χθες ο κ. Κατρούγκαλος, κεντρικός στόχος της κυβέρνησης ενόψει της διαπραγμάτευσης για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις είναι η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην ελληνική αγορά εργασίας ώστε να εξάγεται ο κατώτατος μισθός από τις δυνάμεις της πραγματικής οικονομίας και όχι από τον εκάστοτε υπουργό.
Ωστόσο, μια τέτοια στόχευση και με δεδομένες αφενός τις νεοφιλελεύθερες εμμονές των εκπροσώπων των δανειστών και αφετέρου τη δέσμευση του Μνημονίου 3 ότι τίποτε δεν μπορεί να θεσμοθετηθεί αν δεν φέρει την έγκριση των θεσμών που μας δανείζουν καθίσταται εκ των πραγμάτων δυσχερής ως προς την επίτευξή της.
Πάντως, η κυβέρνηση αναμένει πίεση κυρίως από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με την έγερση επιπλέον απαιτήσεων στις εργασιακές σχέσεις.
«Αυτό θα είναι εκτός πλαισίου και θα απορριφθεί από την κυβέρνηση» ανέφερε ο κ. Κατρούγκαλος οριοθετώντας τις κόκκινες κυβερνητικές γραμμές.
Αντιμέτρα
Υπό το κράτος αυτών των δεδομένων, όπως αποκάλυψε χθες ο αρμόδιος υπουργός, αν δεν επέλθει συμφωνία επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τότε η κυβέρνηση θα ενεργοποιήσει την ενίσχυση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται από πρωτοβάθμιες (σωματεία) και δευτεροβάθμιες (ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα) συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Κατά τα λοιπά, οι στοχεύσεις του υπουργού ενόψει της διαπραγμάτευσης για τα εργασιακά αφορούν:
● Την επανεξέταση του πλαισίου των ομαδικών απολύσεων. Η κεντρική κυβερνητική στόχευση αφορά όχι το ποιος θα εγκρίνει τις απολύσεις (άλλωστε εδώ θα είναι καταλυτική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στο οποίο ήδη ο εισηγητής έχει αποφανθεί ότι η χώρα μας σφάλλει, καθότι τελικά αποφασίζει ο υπουργός Εργασίας ή ο περιφερειάρχης), αλλά το να μην αλλάξει το ελάχιστο επιτρεπόμενο ποσοστό ομαδικών απολύσεων.
Πάντως εδώ το ΔΝΤ ζητά επιτακτικά αύξηση του ποσοστού από το 5% στο 10%.
● Τις αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο. Εδώ το κεντρικό ζητούμενο είναι ο τρόπος κήρυξης των απεργιών, με τον κ. Κατρούγκαλο να τάσσεται υπέρ της αλλαγής του νόμου.
Ο υπουργός Εργασίας υποστηρίζει βελτιώσεις, για παράδειγμα για τη λήψη αποφάσεων με τον πλέον δημοκρατικό τρόπο, χωρίς να ανοίξει περαιτέρω τα χαρτιά του, όπως άλλωστε έκανε και για το θέμα της χρηματοδότησης των συνδικάτων.
Οι δανειστές πάντως θέλουν οι αποφάσεις να λαμβάνονται από τη Γενική Συνέλευση ενός σωματείου με το 50%+1 του συνόλου των μελών και όχι των παρισταμένων.
● Την ενίσχυση του ρόλου του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ). Ουσιαστικά το θέμα επικεντρώνεται στο αν η διαιτησία του ΟΜΕΔ θα μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς προσκόμματα από το ένα εκ των δύο μερών (εργοδότες ή εργαζόμενοι).
Πάντως η ΓΣΕΕ συνεχίζει να βρίσκεται επί ποδός πολέμου. Στη χθεσινή συνεδρίαση της Ολομέλειας της Διοίκησης τονίστηκε, όπως αναφέρεται επακριβώς σε ανακοίνωση, ότι «η ΓΣΕΕ δεν πρόκειται να δεχθεί να γίνουν πράξη οι στοχεύσεις της κυβέρνησης για περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, περαιτέρω μείωση της αμοιβής και περιορισμό της ελεύθερης συνδικαλιστικής δράσης, αλλά ζητάμε εδώ και τώρα άμεση αποκατάσταση όλου του θεσμικού πλαισίου προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων».
Ετσι, η ΓΣΕΕ τίθεται σε αγωνιστική ετοιμότητα, με πρώτο στόχο την επιτυχία του συλλαλητηρίου που θα γίνει στη Θεσσαλονίκη ενόψει της Διεθνούς Εκθεσης.
