Χάσμα χασμάτων διαπιστώθηκε στο ασφαλιστικό κατά τη χθεσινοβραδινή συνάντηση του κουαρτέτου των δανειστών με τον αρμόδιο υπουργό Γ. Κατρούγκαλο.
Ολα μένουν ανοιχτά αφού δεν βρέθηκε τελικά σημείο επαφής ώστε να υπάρξει σύγκλιση σε κάποιο σημείο από αυτά που διαφωνούν οι δύο πλευρές.
Ωστόσο για την ελληνική κυβέρνηση υπάρχει αχτίδα αισιοδοξίας που πηγάζει από το γεγονός ότι δεν διακόπηκαν οι συζητήσεις, αλλά θα συνεχιστούν σήμερα στη μία μετά το μεσημέρι.
Μάλιστα ο αρμόδιος υπουργός Γ. Κατρούγκαλος εξέφραζε χθες την αισιοδοξία του ότι μέχρι να φύγουν οι εκπρόσωποι των δανειστών κάποια από τα δομικά στοιχεία που διαφοροποιούν τις δύο πλευρές θα έχουν γεφυρωθεί, ώστε να υπάρξει μία πρώιμη έστω συμφωνία σε κάποια από τα ανοικτά ζητήματα.
Παρότι η κυβέρνηση ήθελε να κλείσει πρώτα τα άλλα ζητήματα (ποσοστά αναπλήρωσης, εθνική σύνταξη, προσωπική διαφορά, εκπτώσεις στις ασφαλιστικές εισφορές αγροτών και επιστημόνων) και μετά να συζητήσει για τις μειώσεις σε κύριες (πλαφόν και περικοπές σε ποσά άνω των 1.300 ευρώ) και σε επικουρικές συντάξεις (κλιμακωτές πάνω από το ποσό των 173 ευρώ) η ασφυκτική πίεση των εκπροσώπων των δανειστών επέφερε το άνοιγμα της βεντάλιας των θεμάτων και εκεί καταγράφηκε ότι δεν υφίσταται σημείο επαφής…
Στα των μειώσεων των συντάξεων αυτό που κυριάρχησε και έδωσε το στίγμα της αντιπαράθεσης είναι η κάθετη άρνηση των δανειστών μας να δεχτούν οποιαδήποτε αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών (η κυβέρνηση έχει προτείνει, έχοντας τη συγκατάθεση και των εργοδοτικών οργανώσεων του ΣΕΒ, της ΕΣΕΕ, της ΓΣΕΕ και του ΣΕΤΕ δηλαδή, αύξηση 1,5% μέχρι το τέλος του 2018).
Μία τέτοια προοπτική με δεδομένο και το έλλειμμα των 600 εκατ. ευρώ, που παρουσιάζει ο προϋπολογισμός του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης, φέρνει ως μοναδική επιλογή (αν δεχτεί αυτόν τον όρο των δανειστών η ελληνική πλευρά) τη μείωση των επικουρικών συντάξεων από το πρώτο ευρώ και μάλιστα σε δυσθεώρητα ποσοστά μειώσεων που ουσιαστικά εξαλείφουν την επικουρική ασφάλιση.
Αλλο τεράστιο χάσμα αφορά, σύμφωνα με πληροφορίες, το ποσό της εθνικής σύνταξης, το οποίο για τους δανειστές δεν μπορεί να ξεπερνά τα 320 ευρώ (και μάλιστα για 20 έτη ασφάλισης και όχι για 15 που έχει προτείνει η κυβέρνηση).
Εχοντας ως μόνιμη καραμέλα την ανταποδοτικότητα, οι δανειστές φέρονται να αξιώνουν για το ανταποδοτικό κομμάτι της σύνταξης ποσοστό αναπλήρωσης στο 0,5% κατ’ έτος για την πρώτη 15ετία, όταν η κυβέρνηση έχει προτείνει 0,8% και φέρεται να προτίθεται να μειώσει το ποσοστό αναπλήρωσης στο 0,7% για τα πρώτα 15 έτη (αλλά και να αυξήσει στο 2,2% στην περίπτωση των 40 ετών ασφάλισης, παρότι έχει προτείνει 2%).
Το πρόβλημα έγκειται στις συνταξιοδοτήσεις με 25ετία έως 35ετία, που οι δανειστές θεωρούν ότι οι καταβαλλόμενες συντάξεις δεν ανταποκρίνονται στις εισφορές που έχουν καταβληθεί.
Ως εκ τούτου βάζουν και θέμα εδώ και τώρα μειώσεων στις κύριες συντάξεις που ήδη καταβάλλονται χωρίς να υπάρξει η γέφυρα της προσωπικής διαφοράς για μία τριετία (έως το τέλος του 2018 δηλαδή).
Από την άλλη, στο θέμα των εκπτώσεων στις ασφαλιστικές εισφορές επιστημόνων και αγροτών προβάλουν επίσης κάθετες αντιρρήσεις θεωρώντας ότι βάλλεται η ισότητα με τις άλλες ομάδες και κατηγορίες ασφαλισμένων, ενώ ακόμη και όταν συζητούν το θέμα εγείρουν αυτές οι δύο κατηγορίες να λαμβάνουν αναλογικά μειωμένο ποσό στην εθνική τους σύνταξη.
Πάντως ο κ. Κατρούγκαλος έχει καταστήσει σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση σε καμιά περίπτωση δεν θα δεχτεί πρόσθετες υποχρεώσεις που δεν απορρέουν από συμβατικές δεσμεύσεις (Μνημόνιο 3).
