Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με ολιγόμηνη παράταση της υποχρέωσης προσκόμισης δικαιολογητικών για την υπαγωγή στον νόμο Κατσέλη μέχρι τον Απρίλιο θα επιχειρήσει η κυβέρνηση να ελέγξει το γραφειοκρατικό χάος και την «αδυναμία» των τραπεζών να ανταποκριθούν εγκαίρως στις χιλιάδες των αιτήσεων που υποβάλλουν οι δανειολήπτες προκειμένου να επικαιροποιήσουν τους φακέλους τους.

Η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών λήγει τη μεθεπόμενη Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου και αν μέχρι τότε δεν δοθεί παράταση, όπως έχει προαναγγείλει ο υπουργός Οικονομίας, πάνω από 100.000 δανειολήπτες των οποίων οι αιτήσεις δεν έχουν εκδικαστεί, κινδυνεύουν να χάσουν το δικαίωμα ρύθμισης των οφειλών τους.

Η υποχρέωση αφορά όλες τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί και δεν θα έχουν συζητηθεί μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου 2016.

Ξεκαθάρισμα…

Η έννοια της «επικαιροποίησης» μπήκε στη ζωή των δανειοληπτών με την αναθεώρηση-αποξήλωση του νόμου Κατσέλη, όταν πάνω από 120.000 δανειολήπτες που περιμένουν να εκδικαστούν οι υποθέσεις τους, υποχρεώθηκαν να προσκομίσουν εξ αρχής δικαιολογητικά στα Ειρηνοδικεία (από βεβαιώσεις οφειλών μέχρι υπεύθυνες δηλώσεις, αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων, μισθοδοτικές καταστάσεις κ.α.) προκειμένου να γίνει το μεγάλο ξεκαθάρισμα μεταξύ των «μπαταχτσήδων» και εκείνων που πληρούν τις προϋποθέσεις για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους.

Σύμφωνα πάντως με τον γενικό γραμματέα Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή Αντώνη Παπαδεράκη, η νομοθετική ρύθμιση για την παράταση βρίσκεται στα σκαριά, ενώ ο ίδιος επέρριψε την ευθύνη για τα σοβαρά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί στην καθυστερημένη ανταπόκριση των τραπεζών, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως «αναζητούμε το πλαίσιο του… συνεργάσιμου τραπεζίτη».

Οι τράπεζες είναι βάσει νόμου υποχρεωμένες να εκδίδουν εντός δέκα ημερών, απολύτως δωρεάν, στοιχεία που ζητούν οι δανειολήπτες προκειμένου να επικαιροποιήσουν τους φακέλους τους, ωστόσο από τον Οκτώβριο του 2015 μέχρι και σήμερα έχουν συσσωρευτεί στις τράπεζες χιλιάδες αιτήματα παροχής δικαιολογητικών τα οποία δεν έχουν ικανοποιηθεί.

Οι καθυστερήσεις αντιμετωπίζονται με πρόστιμα και σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου έχουν ήδη επιβληθεί πρόστιμα 300.000 ευρώ για 37 υποθέσεις–καταγγελίες ενώ εκκρεμεί η εξέταση άλλων 300 υποθέσεων.

Ειδικά για τις βεβαιώσεις οφειλών τις οποίες παρέχουν οι τράπεζες, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αναφέρει ότι:

«Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και να τον ενημερώσουν εγγράφως για το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης».

Από την άλλη πλευρά, καταναλωτικές οργανώσεις και νομικοί με εξειδίκευση στον νόμο Κατσέλη, επιρρίπτουν ευθύνες και στην κυβέρνηση για το γεγονός ότι με την αναθεώρηση του νόμου τον περασμένο Αύγουστο και ενώ γνώριζε το πρόβλημα, έθεσε στενά χρονικά πλαίσια επικαιροποίησης των στοιχείων των δανειοληπτών.

Η πρόταση που έχει πέσει στο τραπέζι είναι η προθεσμία να είναι αόριστη και να αφορά κάποιες ημέρες ή και μήνες πριν από την εκδίκαση κάθε υπόθεσης στο Ειρηνοδικείο, δεδομένου ότι σήμερα οι ημερομηνίες εκδίκασης φτάνουν ώς το… 2031 και μέχρι να μειωθεί ο χρόνος εκδίκασης θα χρειαστούν πολλές ακόμη επικαιροποιήσεις.

«Παρ’ ότι η επικαιροποίηση των εισοδηματικών και περιουσιακών στοιχείων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, η κυβέρνηση αποφάσισε λανθασμένα εξ αρχής να επιφορτίσει με την υποχρέωση συλλογής των δικαιολογητικών το αδύναμο μέρος της δίκης, δηλαδή τους δανειολήπτες, ενώ στη συνέχεια ανέχτηκε την απόλυτα έκνομη συμπεριφορά των περισσότερων τραπεζικών ιδρυμάτων», λέει στην «Εφ.Συν.» ο νομικός σύμβουλος της Ενωσης Καταναλωτών και Δανειοληπτών Μιχάλης Κούβαρης, χαρακτηρίζοντας «απόλυτο φιάσκο» την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί μετά την επί τα χείρω αναθεώρηση του νόμου Κατσέλη με τους νόμους 4336/2015 και 4346/2015.

Σύμφωνα με στοιχεία νομικών, από το σύνολο των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, μόνο η μία χορηγεί εντός της νόμιμης προθεσμίας των δέκα εργάσιμων ημερών τις απαιτούμενες βεβαιώσεις οφειλών, ενώ οι καθυστερήσεις ξεπερνούν πλέον το χρονικό διάστημα των τριών μηνών για άλλες δύο από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Η μία από τις τέσσερις τράπεζες καθυστέρησε την έκδοση των βεβαιώσεων μέχρι και τις αρχές του έτους, αλλά χορήγησε στις 15-1-2016 σχεδόν όλες τις βεβαιώσεις οφειλών για αιτήσεις που εκκρεμούσαν ήδη από τον Οκτώβριο, ενώ εκδίδει πλέον εγκαίρως βεβαιώσεις για νέες αιτήσεις.

Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα, κάποια πιστωτικά ιδρύματα, μάλιστα, έχουν ξεκινήσει τον τελευταίο καιρό να χορηγούν είτε βεβαίωση κατάθεσης αιτήματος για χορήγηση της απαιτούμενης βεβαίωσης οφειλών, είτε απλή φωτοτυπία του αιτήματος, παραδεχόμενα την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στην εμπρόθεσμη έκδοσή της και προτρέποντας τους δανειολήπτες να χρησιμοποιούν το αντίγραφο του αιτήματος για χορήγηση της βεβαίωσης οφειλών στην επικαιροποίηση των φακέλων τους.

Αχρηστες επικαιροποιήσεις

Πρόβλημα φαίνεται να υπάρχει, όμως, και με την εγκυρότητα των βεβαιώσεων οφειλών που εκδίδουν οι τράπεζες για τους δανειολήπτες.

Οπως εξηγεί ο Μ. Κούβαρης «οι απαιτήσεις που έχουν ήδη συμπεριληφθεί στην εκκρεμή αίτηση, εφόσον δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες, παραμένουν “παγωμένες” μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, οι δε απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με προνόμιο (προσημείωση υποθήκης), τοκίζονται σαν ενήμερες με το συμβατικό επιτόκιο και επομένως θα πρέπει να επικαιροποιηθούν εκ νέου κατά την τελική δικάσιμο της κύριας αίτησης από την τράπεζα που τις διατηρεί.

»Τα λογισμικά των πιστωτικών ιδρυμάτων τρέχουν ένα και μόνο σύστημα υπολογισμού απαίτησης και αυτό αφορά το υπόλοιπο που θα είχε σήμερα η εν λόγω απαίτηση, εάν δεν είχε κατατεθεί αίτηση, εάν είχε απορριφθεί η αίτηση υπαγωγής ή εάν είχε παραιτηθεί ο αιτών από την αίτηση, περιπτώσεις στις οποίες αναβιώνουν οι τόκοι υπερημερίας από την κατάθεση της αίτησης και εντεύθεν.

»Το αποτέλεσμα είναι οι χορηγούμενες, για δεύτερη φορά, βεβαιώσεις να είναι λανθασμένες και αυξημένες σε σχέση με τις αρχικές, αφού περιλαμβάνουν τοκισμό με επιτόκιο υπερημερίας και ως εκ τούτου θα είναι ούτως ή άλλως άχρηστες κατά την τελική εκδίκαση της υπόθεσης».