Μπορεί το ραντεβού του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Γ. Κατρούγκαλου με τον επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί χθες στις Βρυξέλλες να έγινε σε καλό κλίμα, όμως στο υπουργείο κρατούν μικρό καλάθι αφού την ερχόμενη Πέμπτη στη συνάντηση με τους δανειστές η απόσταση που πρέπει να διανυθεί στο θέμα του ασφαλιστικού χαρακτηρίζεται δυσθεώρητη.
Χθες λοιπόν Κατρούγκαλος και Μοσκοβισί ανέλυσαν την ασφαλιστική μεταρρύθμιση και τις κεντρικές κατευθύνσεις αυτής όπως τις έχει χαράξει η κυβέρνηση αλλά και το θέμα των εργασιακών σχέσεων (συλλογικές διαπραγματεύσεις, συνδικαλιστικός νόμος και ομαδικές απολύσεις) που θα απασχολήσει αμέσως μετά το κλείσιμο του ασφαλιστικού τις δύο πλευρές (αμφότερα τα θέματα έχουν ενταχθεί στην επόμενη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος).
Για τον κ. Μοσκοβισί η συνάντηση είχε εποικοδομητικό χαρακτήρα (έτσι τουλάχιστον τη χαρακτήρισε στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter).
Στα της επικείμενης συνάντησης με τους δανειστές τώρα, η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι με το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών σε πολλά σημεία να μοιάζει αγεφύρωτο.
Οπως προκύπτει λοιπόν από τις σχετικές πληροφορίες, εκεί που δεν κάνει πίσω καμία πλευρά είναι στα εξής:
•Αύξηση εργοδοτικών εισφορών. Οι δανειστές εξακολουθούν να διακατέχονται από τις νεοφιλελεύθερες εμμονές τού «δεν πειράζουμε τα ιερά και τα όσια της αγοράς».
Συνεπώς απορρίπτεται συλλήβδην η ελληνική πρόταση για αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών ως αντιαναπτυξιακή και ως προσβάλλουσα τη βασική νεοφιλελεύθερη θεώρηση ότι το κόστος εργασίας είναι ο «διάολος» της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Από την άλλη η κυβέρνηση βλέπει αυτή την αύξηση (που σημαίνει μεταξύ άλλων και μείωση μισθού των ασφαλισμένων) ως τον μόνο τρόπο να μην καταγραφούν τεράστιες μειώσεις στις συντάξεις (κύριες και επικουρικές).
•Εθνική σύνταξη χωρίς εισοδηματικά κριτήρια. Για την ελληνική κυβέρνηση αποτελεί το επικοινωνιακό όχημα ώστε να δείξει αριστερό προσωπείο, αφού εξασφαλίζει για όλους τους Ελληνες από 67 ετών και άνω διαβίωση σε επίπεδα πάνω από τα όρια της φτώχειας.
Οι δανειστές όμως που βλέπουν μόνο νούμερα και δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στην κοινωνία διαπιστώνουν ότι αυτά τα νούμερα δεν βγαίνουν και εγείρουν την απαίτηση για εισαγωγή περιουσιακών και εισοδηματικών κριτηρίων.
•Ποσοστό αναπλήρωσης για τις καταβαλλόμενες αλλά και τις μελλοντικές συντάξεις, με τους δανειστές να μη θέλουν να ξεπεραστεί το 55% και την κυβέρνηση να μη θέλει να δώσει κάτω από 65% (αν και πολλοί θεωρούν ότι αυτό είναι το εύκολο σημείο, με το «ανατολίτικο παζάρι» να κλείνει τελικά σε ποσοστό 60%).
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη «να σπάσει αυγά» και μέλη της δεν διστάζουν να μιλήσουν για «κόκκινες γραμμές», «μονομερείς ενέργειες», ακόμη και για έξοδο από τις διαπραγματεύσεις, ώστε να περάσει το θέμα του ασφαλιστικού όπως το θέλει.
Με δεδομένη δε τη νεοφιλελεύθερη αρτηριοσκλήρωση των τεχνοκρατών που εκπροσωπούν τους δανειστές μας, το θέμα (αν τουλάχιστον δεν υπαναχωρήσει από τις θέσεις της) θα λυθεί πολιτικά και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο και όχι τεχνοκρατικά μέσω των εκπροσώπων των δανειστών μας.
Εκεί επιδιώκει να το λύσει και η κυβέρνηση, που θέλει η επώδυνη λύση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης (σε κάθε περίπτωση θα καταγραφούν μειώσεις στις συντάξεις, με τη διαπραγμάτευση να αφορά το ύψος αυτών) να συνδυαστεί με το κούρεμα του χρέους.
Σε κάθε περίπτωση η λύση στο ασφαλιστικό θα έχει κατ’ έλασσον κλιμακωτές μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις (κινδυνεύουν όσοι λαμβάνουν πάνω από 165 ευρώ και οι μειώσεις μπορεί να ξεπεράσουν ακόμη και το 30% για όσους λαμβάνουν πολύ υψηλό ποσό επικούρησης).
Στην ίδια μοίρα τίθενται τα εφάπαξ των ταμείων Πρόνοιας αλλά και τα μερίσματα σε 280.000 συνταξιούχους πολιτικούς.
