Κάτι παράδοξο συμβαίνει στην ελληνική αγορά εργασίας και ειδικά στην απασχόληση των νέων έως 34 ετών, που κατά τεκμήριο έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και εξειδίκευσης, καθώς, τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία, έπειτα από την τεράστια ελληνική κρίση που εκτόξευσε την ανεργία των νέων έως και στο 40%, επιδίδονται στο κυνήγι τίτλων σπουδών, μεταπτυχιακών, πιστοποίησης προσόντων για να εμπλουτίσουν τα βιογραφικά τους.
Οι εργοδοτικές ενώσεις, με πρώτο τον ΣΕΒ, την τελευταία πενταετία μείωσης της ανεργίας, παραπονούνται για τεράστια δυσκολία κάλυψης θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Σε έρευνα του ΣΕΒ το 2025, δυσκολίες ανέφερε το 35,6% των επιχειρήσεων του παραγωγικού τομέα, ενώ στις εξαγωγικές, εξωστρεφείς και μεγάλες επιχειρήσεις το ποσοστό φτάνει στο 45%. Μάλιστα, στους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους όπως η ενέργεια φτάνει μέχρι και το 49%. Και τι εξηγεί αυτό το χάσμα μεταξύ ζήτησης και προσφοράς θέσεων εργασίας; Κατά τον ΣΕΒ, υπάρχει έλλειμμα εκπαίδευσης και δεξιοτήτων.

Τα στοιχεία της Eurostat, όμως, όπως απεικονίζονται και στο παραπάνω γράφημα, δείχνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Η Ελλάδα είναι στην τέταρτη θέση ανάμεσα στις 27 της Ε.Ε. ως προς τον βαθμό αντιστοίχισης του εκπαιδευτικού πεδίου με τη θέση εργασίας που κατέχουν οι νέοι ώς 34 ετών: το 71,5% δηλώνει πως η δουλειά του αντιστοιχεί πολύ σε αυτό που έχει σπουδάσει, έναντι μέσου όρου 56,4% σε όλη την Ε.Ε. Μόλις 14% δηλώνει ότι δουλεύει σε εντελώς άσχετη με τις σπουδές ή την ειδίκευσή του δουλειά, έναντι 20,4% που είναι ο ευρωπαϊκός μ.ό.
Εχει πρόσθετο ενδιαφέρον ότι οι Ελληνες νέοι με σπουδές ανώτατης εκπαίδευσης στους τομείς της πληροφορικής, της μηχανικής, της διοίκησης επιχειρήσεων έχουν δουλειές αντίστοιχες με τις σπουδές τους σε ποσοστό 65% έως 78%. Αρα, μήπως οι εργοδοτικές ενώσεις πρέπει να αναρωτηθούν αν η δυσκολία τους να βρουν εκπαιδευμένους και εξειδικευμένους νέους εργαζόμενους δεν οφείλεται στην απροθυμία τους να δουλέψουν, αλλά στις χαμηλές αμοιβές που τους προσφέρουν;
