Μπορεί το 80% των εργοδοτών στην Ελλάδα να δηλώνει, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ομίλου Manpower ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εξεύρεση κατάλληλου προσωπικού με τις αναγκαίες δεξιότητες, αλλά αυτό δεν φαίνεται να θίγει ιδιαίτερα τις προοπτικές του τουριστικού κλάδου στη χώρα. Σε αυτό το συμπέρασμα παραπέμπει, μεταξύ άλλων, η χθεσινή ανακοίνωση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) βασισμένη σε έρευνα προτιμήσεων για το επόμενο 12μηνο.
Οπως προκύπτει από τις μετρήσεις η Ελλάδα, παρά τις μεγάλες ελλείψεις στο προσωπικό των ξενοδοχείων και της εστίασης, ιδιαίτερα στις περιοχές που προσελκύει τουρίστες τους καλοκαιρινούς μήνες, φαίνεται ότι όχι μόνο συνεχίζει να διατηρεί το ισχυρό brand που έχει χτίσει τα τελευταία χρόνια στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές της Δυτικής Ευρώπης, αλλά βελτιώνει ακόμη περισσότερο την εικόνα της.
Οι ανταγωνιστές
Πιο συγκεκριμένα, «η Ελλάδα κατατάσσεται στην 3η θέση προτίμησης για ταξίδια στο εξωτερικό τους επόμενους 12 μήνες, για την αγορά της Γερμανίας και της Ιταλίας, στην 4η θέση για την αγορά της Γαλλίας και του Ην. Βασιλείου και στην 6η θέση για την αγορά της Ισπανίας.
Μάλιστα, σε σχέση με το 2024, είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η Ελλάδα ανέβηκε μία θέση στην αγορά του Ην. Βασιλείου -η οποία ούτως ή άλλως μαζί με τη Γερμανία αποτελούν το δίδυμο των ισχυρότερων αγορών εισερχόμενου τουρισμού με βάση τις εισπράξεις και τις αφίξεις για τον ελληνικό τουρισμό- και της Ισπανίας, ενώ η θέση της δεν μεταβλήθηκε στις άλλες αγορές».
Τα στοιχεία προέρχονται από την τελευταία μελέτη (Ιανουάριος 2026) του (ΙΝΣΕΤΕ) η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία GWI σε δυο κύματα το έτος 2025 (7.402 ερωτηθέντες) και σε δύο κύματα το έτος 2024, με επίκεντρο τις προτιμήσεις των επισκεπτών αναφορικά με πιθανούς προορισμούς τους επόμενους 12 μήνες, εμπεριέχοντας συνεπώς τους καλοκαιρινούς μήνες που είναι καίριας σημασίας για τον ελληνικό τουρισμό. Οι αγορές που εξετάζονται εισφέρουν σχεδόν το ήμισυ (47%- 48%) των συνολικών εσόδων του εισερχόμενου τουρισμού, με βάση τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διετία 2023-2024.
Το ΙΝΣΕΤΕ επισημαίνει ότι «για τις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας, ανταγωνίστριες αγορές της χώρας μας στη Μεσόγειο όπως η Κροατία και η Τουρκία βρίσκονται εκτός της πρώτης δεκάδας. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα παραμένει ψηλά στις προτιμήσεις των Δυτικοευρωπαίων παρά τη γεωγραφική της θέση που δεν ευνοεί την οδική πρόσβαση όπως συμβαίνει στην περίπτωση των Γερμανών που συνορεύουν με τη Γαλλία και την Αυστρία και μέσω αυτών έχουν πρόσβαση στην Ιταλία καθιστώντας πιο εύκολο –και ενδεχομένως πιο οικονομικό- να ταξιδέψουν οδικώς.
Αντίστοιχα και στην περίπτωση των Γάλλων, η Ιταλία και η Ισπανία συνορεύουν με τη Γαλλία και συνεπώς ευνοούνται από εύκολη οδική πρόσβαση. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει ότι η ελκυστικότητα των ελληνικών προορισμών βασίζεται σε ένα ισχυρό και αναγνωρίσιμο τουριστικό προϊόν, στο οποίο πρωτεύοντα ρόλο φαίνεται ότι παίζει ο ανθρώπινος παράγοντας και το περιεχόμενο της «φιλοξενίας» παρά τα προβλήματα στις δεξιότητες, τις γνώσεις και τα τυπικά προσόντα των εργαζομένων.
Οι αντιφάσεις
Ωστόσο, πόσο βάσιμη, όμως, είναι μια τέτοια παραδοχή όταν μόλις ένας στους δέκα εργοδότες που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της έρευνας της ManPower για την Ελλάδα αξιολογεί ως άριστη την εμπειρία των υποψήφιων προς πρόσληψη, με την πλειονότητά τους (48%) να χαρακτηρίζει μέτρια την εμπειρία ενώ μόνο το 32% την αξιολογεί ως καλή.
Σε αυτό και σε άλλα, από πρώτη άποψη, εξίσου αντιφατικά, ερωτήματα, για την ελληνική αγορά εργασίας, απαντά με συνέντευξη στην «Εφ.Συν.», ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ και πρώην διοικητής του ΟΑΕΔ, Ηλίας Κικίλιας, στο κύκλο των podcast του Παρατηρητηρίου Συνοχής που θα βγει στον αέρα την προσεχή εβδομάδα.
