Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συγκεκριμένα αφηγήματα χρησιμοποιεί κατά κόρον η κυβέρνηση Μητσοτάκη, κάθε φορά που ένα σημαντικό πρόβλημα (όπως το κόστος στέγασης) έρχεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. 

Μεταξύ των βασικών και συνηθισμένων αφηγημάτων, λοιπόν, που χρησιμοποιεί το Μαξίμου είναι τα εξής: 

  • Η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να επιλύσει τα προβλήματα των πολιτών, στηρίζοντας το εισόδημά τους 
  • Η κατάσταση βελτιώνεται συνεχώς, χρόνο με τον χρόνο. 
  • Είμαστε κοντά στον μέσο όρο της Ευρώπης. 
  • Είναι διεθνές πρόβλημα και όχι ελληνικό. 

Ωστόσο η πραγματικότητα διαψεύδει συνεχώς το Μαξίμου σε μια σειρά κρίσιμων θεμάτων, εκθέτοντάς το στα μάτια των πολιτών, οι οποίοι διαπιστώνουν τελικά την αδυναμία, την αδιαφορία ή και την πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να μην αντιμετωπίσει επί της ουσίας τα προβλήματα που πλήττουν τη μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών. 

Στο πλαίσιο αυτό, αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της Eurostat που αφορούν τη στέγαση στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταξύ άλλων καταγράφεται ότι η χώρα κατέχει τη θλιβερή, αρνητική πρωτιά όσον αφορά το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ε.Ε. που ξοδεύουν το 40% ή περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημά τους (δηλαδή, σχεδόν τον μισό τους μισθό) για στέγαση. Συγκεκριμένα, στη χώρα μας το ποσοστό αυτό αγγίζει το 28,9%, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι μόλις στο 8,2%.

Σημειώνεται μάλιστα ότι, σε σχέση με το προηγούμενο έτος (2023), το ποσοστό αυξήθηκε στην Ελλάδα (ήταν στο 28,5%), ενώ αντίθετα μειώθηκε κατά μέσο όρο στην Ευρώπη (ήταν στο 8,8%). Μάλιστα, η Ελλάδα είναι πρώτη με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη Δανία, η οποία έχει σχεδόν το μισό ποσοστό (14,6%). Ακόμα πιο χαμηλά η Γερμανία (με 12%). Το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται σε Κύπρο (2,4%), Κροατία (3,7%) και Σλοβενία (3,8%). Αξιοσημείωτο ότι η Ελλάδα έχει περίπου 12πλασιο ποσοστό από την Κύπρο. 

Σημειώνεται επίσης ότι στην Ε.Ε. το 2024, το 9% του πληθυσμού δεν είχε την ικανότητα να διατηρεί το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στη Βουλγαρία και την Ελλάδα (και οι δύο 19%), ακολουθούμενες από τη Λιθουανία και την Ισπανία (και οι δύο 18%), ενώ η Φινλανδία, η Σλοβενία ​​και η Πολωνία (όλες κάτω από 3%) είχαν τα χαμηλότερα ποσοστά.

Ουραγός η Ελλάδα στη στέγαση

Η απτή πραγματικότητα είναι ότι –όπως έχει καταγράψει και το Παρατηρητήριο Συνοχής της «Εφ.Συν.» η Eλλάδα κατατάσσεται άλλοτε στη χειρότερη κι άλλοτε στη λιγότερο… χειρότερη (μετά τη Βουλγαρία) θέση ως προς την εξασφάλιση στέγης σε προσιτή τιμή, στέγης που θερμαίνεται επαρκώς τον χειμώνα και για την οποία η αποπληρωμή του τραπεζικού δανείου ή η καταβολή του ενοικίου δεν αποτελεί πηγή ανασφάλειας. Όταν, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat για το 2024, μόνο το 9% των ανθρώπων στην Ε.Ε. ζούσαν σε νοικοκυριά με οφειλές σε λογαριασμούς στεγαστικών δανείων, ενοικίων ή κοινής ωφέλειας, η Ελλάδα είχε το υψηλότερο μερίδιο, 43%, και με μεγάλη απόσταση από τη δεύτερη χειρότερη θέση που κατέχει η Βουλγαρία, με 19%, και την τρίτη χειρότερη που έχει η Ρουμανία με 15%. 

Εξάλλου, αν και οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά την περίοδο 2010-2024, το μερίδιο των ανθρώπων που ζουν σε νοικοκυριά με οφειλές σε λογαριασμούς στεγαστικών δανείων, ενοικίων ή κοινής ωφέλειας μειώθηκε στην Ε.Ε. από 12% το 2010 σε 9% το 2024. Τα μερίδια μειώθηκαν σε 20 χώρες της Ε.Ε. και αυξήθηκαν σε 7. Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε στην Κροατία (από 30% το 2010 σε 9% το 2024), ενώ η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρήθηκε στην Ελλάδα (από 31% σε 43%).

Το χειρότερο όμως είναι ότι οι τιμές της στέγης, που άρχισαν να απογειώνονται επικίνδυνα από την έλευση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 2019, εκτοξεύτηκαν το 2024 σε τέτοια ύψη που αναπόφευκτα θυμίζουν τη στεγαστική φούσκα με την πορεία των περίφημων ενυπόθηκων δανείων (subprime loans) στις ΗΠΑ και την άνοδο που αποτέλεσε την αφορμή για τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

⇒ Πρόβλημα στέγασης, βεβαίως, υπάρχει και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως επιβεβαιώνει και η πρόσφατη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Προσιτής Στέγασης.

Οργισμένες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση

► ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

«O Κυριάκος Μητσοτάκης την Κυριακή ισχυρίστηκε ότι προτεραιότητά του «είναι η στήριξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος όλων των πολιτών, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στις αυξήσεις, όσο και στην περαιτέρω μείωση των φορολογικών βαρών». Ο σταθερός δείκτης της Eurostat για την αγοραστική δύναμη που δημοσιεύθηκε τοποθετεί την Ελλάδα στον πάτο της Ευρώπης αποδεικνύοντας και με αριθμούς αυτό που καταλαβαίνουν όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες στη τσέπη τους.

»Ο Κυριάκος Μητσοτάκης την Κυριακή ισχυρίστηκε ότι «το στεγαστικό είναι ένα ζήτημα που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα». H Eurostat ανακοίνωσε ότι το 2024, το 8,2% των ανθρώπων στην ΕΕ ζούσαν σε νοικοκυριά που δαπανούσαν το 40% ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι 28.9%.

»Αυτή είναι η αληθινή, ζοφερή εικόνα των οικονομικών επιδόσεων της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Κι ενώ το εισόδημα της πλειοψηφίας συρρικνώνεται χρήματα υπάρχουν για τα υπερκέρδη των εταιρειών ενέργειας και των τραπεζών, τα bonus των γαλάζιων golden boys, τις γαλάζιες ακρίδες στον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις αμαρτωλές συμβάσεις στο ΙΝΕΔΙΒΙΜ. Αυτή είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μια κρατικοδίαιτη, παρασιτική ομάδα που τρέφεται από δημόσιο χρήμα καταστρέφοντας το εισόδημα των Ελλήνων πολιτών.»

► Σχόλιο του βουλευτή της Νέας Αριστεράς Ευκλείδη Τσακαλώτου

«Το αφήγημα της κυβέρνησης είναι ότι τα πράγματα στη χώρα δεν είναι ρόδινα για όλους, αλλά σε γενικές γραμμές πάμε στη σωστή κατεύθυνση και συγκλίνουμε με την Ευρώπη. 

»Δυστυχώς ούτε το ένα ισχύει, ούτε το άλλο. Η Eurostat δημοσίευσε σήμερα τα στοιχεία για το κόστος στέγασης στα νοικοκυριά. Άλλη μια πρωτιά για την Ελλάδα όπου το 28,9% του πληθυσμού πλήρωνε το 2024 πάνω από 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση (double-score από την επόμενη χώρα). Μάλιστα το ποσοστό αυξήθηκε από το 28,5% το 2023. Την ίδια ώρα στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό μειωνόταν από το 8,8% στο 8,2%.Κατά τα άλλα όλα καλά στην χώρα και ο Κ. Μητσοτάκης γενικά εξακολουθεί να δυσκολεύεται να βρει αν έχει κάνει κάτι λάθος.»