ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Κοψίνη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Κοινωνία γηράσκουσα ή κοινωνία μακροβιότητας;». Αυτό είναι το κομβικό ερώτημα, κατά την άποψη που ανέπτυξε ο καθηγητής Andrew J. Scott από το Ellison Institute of Technology, το London Business School και το CEPR, μιλώντας χθες στο 2ο Ετήσιο Συνέδριο του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών.

Το πραγματικό ζήτημα, κατά την άποψή του, δεν είναι ότι αυξάνεται ο αριθμός των ηλικιωμένων, αλλά το πώς γερνάμε και πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας. Κι αυτός είναι ο λόγος που η πολιτική αντιμετώπιση του γήρατος επικεντρώνεται, όπως τόνισε, λανθασμένα στην αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης. «Η σύνδεση της συνταξιοδοτικής ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής δεν είναι η βέλτιστη λύση» σημείωσε, εξηγώντας ότι η βέλτιστη ηλικία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυρίως από το προσδόκιμο υγιούς ζωής, αλλά και από τις κοινωνικές ανισότητες και το επίπεδο εκπαίδευσης. Η αύξηση του ορίου δεν οδηγεί αυτόματα σε περισσότερη εργασία, απλώς καθυστερεί τη στιγμή λήψης της σύνταξης, χωρίς να αντιμετωπίζει τα αίτια που αποθαρρύνουν τη συνέχιση της απασχόλησης.

Το ερώτημα, είπε, δεν είναι πότε σταματούν οι άνθρωποι να εργάζονται, αλλά γιατί. Μετά την ηλικία των 50, μεγάλος αριθμός εργαζομένων αποχωρεί από την αγορά εργασίας λόγω προβλημάτων υγείας, ευθυνών φροντίδας, έλλειψης δεξιοτήτων, διακρίσεων ή απουσίας κατάλληλων, «φιλικών προς την ηλικία» θέσεων. Ο ίδιος θεωρεί ότι η αύξηση της απασχόλησης στις ηλικίες 50-65 ετών αποτελεί κρίσιμο μοχλό ανάπτυξης, με σημαντικά οφέλη για το ΑΕΠ και τα δημόσια οικονομικά.

Παρουσίασε δύο κύριες κατευθύνσεις πολιτικής: Βελτίωση της υγείας και δημιουργία θέσεων εργασίας προσαρμοσμένων στις ανάγκες μεγαλύτερων εργαζομένων. «Η καλή υγεία», είπε, «αυξάνει τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, μειώνει τις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης και ενισχύει τα φορολογικά έσοδα. Παράλληλα, οι “age-friendly jobs” μπορούν να επιτρέψουν σε περισσότερους να παραμείνουν ενεργοί».

Δημοσιονομική απειλή

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι πρέπει να πάψουμε να μιλάμε για «γήρανση του πληθυσμού» και να επενδύσουμε στην «κοινωνία της μακροβιότητας». Οπως είπε, η μακροβιότητα αποτελεί ένα τριπλό μέρισμα (μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, περισσότερα χρόνια υγείας και παρατεταμένη παραγωγικότητα) και η πρόκληση των επόμενων δεκαετιών είναι να δημιουργηθούν θεσμοί και πολιτικές που θα στηρίζουν ενεργά αυτό το νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αντί να το αντιμετωπίζουν ως δημοσιονομική απειλή.

Ωστόσο, η Asa Johansson, διευθύντρια Πολιτικής και Ερευνας του τμήματος Οικονομικών του ΟΟΣΑ, ζήτησε να συνδεθεί η συνταξιοδότηση με το προσδόκιμο ζωής και να προωθηθούν δεξιότητες που θα επιτρέπουν μεγαλύτερη συμμετοχή στις νέες μορφές απασχόλησης.

Ακολούθησε η παρουσίαση της Shruti Singh, οικονομολόγου του ΟΟΣΑ, η οποία περιέγραψε την επικείμενη μείωση του ενεργού πληθυσμού κατά 8% έως το 2060 και την ιδιαίτερη ευαλωτότητα χωρών όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ιαπωνία. Προειδοποίησε ότι χωρίς στοχευμένες παρεμβάσεις, η γήρανση θα περιορίσει την ανάπτυξη, τα δημόσια έσοδα και τη βιωσιμότητα των συντάξεων. Αντίδοτο, όπως είπε, αποτελούν η κινητοποίηση πηγών εργασίας (γυναικών, μεγαλύτερων εργαζομένων και μεταναστών), η διά βίου μάθηση και η βελτίωση των συνθηκών υγείας και ασφάλειας στην εργασία.

«Το 2000 υπήρχαν 22 άτομα άνω των 65 ετών για κάθε 100 ανθρώπους σε ηλικία εργασίας. Σήμερα είναι 33 και έως το 2050 θα φθάσουν τα 52», ανέφερε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οργανισμού, η μείωση της συμμετοχής στην απασχόληση λόγω της γήρανσης θα περιορίσει την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 1% ετησίως την περίοδο 2006-2019, σε 0,6% μεταξύ 2024 και 2060. «Αυτό σημαίνει ότι, εξαιτίας της γήρανσης, το επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2060 θα είναι κατά 14% χαμηλότερο απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς αυτήν την τάση», τόνισε. Την ίδια στιγμή, τα φορολογικά έσοδα αναμένεται να μειωθούν, ενώ οι δημόσιες δαπάνες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα θα αυξηθούν.

Ο ίδιος παρουσίασε τρεις βασικές κατευθύνσεις πολιτικής. Πρώτον, «καθώς ζούμε περισσότερο και πιο υγιεινά, μπορούμε να εργαζόμαστε περισσότερο», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι μόλις το 56% των ανθρώπων ηλικίας 60-64 ετών εργάζεται στις χώρες του ΟΟΣΑ. Πρότεινε την αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης και την κατάργηση των αντικινήτρων για συνέχιση της εργασίας. «Χρειάζονται επενδύσεις στην πρόληψη και στην επανειδίκευση, ώστε οι εργαζόμενοι να παραμένουν υγιείς και παραγωγικοί σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου» είπε, σημειώνοντας την ανάγκη αξιοποίησης των «ανεκμετάλλευτων δεξαμενών ταλέντου». «Η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο επίπεδο αυτής των αντρών θα μπορούσε να περιορίσει κατά το ήμισυ την επιβράδυνση της ανάπτυξης λόγω της γήρανσης», εξήγησε, προσθέτοντας ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως έως το 2060.