«Η αύξηση των εισοδημάτων έρχεται με σοβαρές πολιτικές και όχι από θαυματοποιούς με λεφτόδεντρα», απεφάνθη με τον γνωστό του προπαγανδιστικό οίστρο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, θέλοντας εκ των προτέρων να καλύψει τα νώτα του πρωθυπουργού για το ισχνό και με χαώδη διαφορά από το υπερ-πλεόνασμα του 2024 κυβερνητικό «πακέτο» μέτρων που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. Λεφτά δεν υπάρχουν, λοιπόν, πέραν του 1,6-1,7 δισ. ευρώ των εξαγγελθέντων μέτρων, ισχυρίζονται ο πρωθυπουργός, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και τα κυβερνητικά στελέχη. Πώς λοιπόν προέκυψε το θηριώδες υπερ-πλεόνασμα του 2024 ύψους 5,46 δισ. ευρώ; Αυτό το «λεφτόδεντρο» τι θα χρηματοδοτήσει; Γιατί η κυβέρνηση φτιάχνει και κρύβει «μαξιλάρια» αρκετών δισ. ευρώ που εκτρέπονται και όχι στην κάλυψη των επειγουσών αναγκών των λαϊκών νοικοκυριών; Γιατί ψεύδεται παρουσιάζοντας τον ευρωπαϊκό «κόφτη» δαπανών σαν ανελαστικό, ενώ αυτός επιτρέπει διακριτά μέτρα αύξησης των εσόδων που η κυβέρνηση αποφεύγει; Αυτές είναι οι «σοβαρές πολιτικές» στις οποίες αναφέρεται ο κ. Χατζηδάκης;
Το κυβερνητικό επιχείρημα ότι περισσότερα λεφτά από τα κυβερνητικά ψίχουλα δεν υπάρχουν επιδιώκει να απαξιώσει σαν «τυχοδιωκτικά» αιτήματα όπως η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, η επάνοδος 13ου και 14ου μισθού και 13ης-14ης σύνταξης. Μια συγκεκριμένη εξέταση των δυνατοτήτων για διεύρυνση του «δημοσιονομικού χώρου» ώστε να χρηματοδοτηθούν μέτρα κοινωνικής στήριξης με πολύ πιο ουσιαστικό αντίκρισμα δημιουργεί εντελώς διαφορετική εικόνα για τις δυνατότητες ακόμη και στο ασφυκτικό πλαίσιο των μεταμνημονιακών… μνημονιακών δεσμεύσεων και του ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμφώνου.
Τα ψέματα για τον «κόφτη» δαπανών
Η κυβέρνηση επικαλείται την υποτιθέμενη ανελαστικότητα του «κόφτη» δαπανών που έχει εισαγάγει από τις αρχές του 2024 το νέο ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Σύμφωνο. Σύμφωνα με αυτό, η ποσοστιαία αύξηση των καθαρών δαπανών του προϋπολογισμού σε σχέση με το προηγούμενο έτος θα είναι: 3,7% το 2025, 3,6% το 2026, 3,1% το 2027 και 3,0% το 2028. Ακόμη και έτσι, το 3,7% το 2025 αντιστοιχεί σε 3,82 δισ. ευρώ. Ομως, το κυβερνητικό ψέμα έγκειται στο ότι στον «κόφτη» δαπανών (και στον σχετικό μαθηματικό τύπο) ενσωματώνεται και η διάσταση τόσο επιπλέον εσόδων («διακριτών εσόδων») όσο και έκτακτων δαπανών.
Συγκεκριμένα:
● Προβλέπεται η δυνατότητα των εθνικών κυβερνήσεων να λαμβάνουν μέτρα «διακριτών εσόδων» όπως ονομάζονται (διακριτές δαπάνες εσόδων – Discretionary Revenue Measures – DRM). Τι μέτρα είναι αυτά μας το έδειξαν ήδη χώρες-μέλη όπως η Σλοβενία, η Αυστρία, η Ιταλία και η Ιρλανδία με τους κατατεθειμένους σχετικούς προϋπολογισμούς τους στην Κομισιόν, έχοντας ήδη «επιβραβευθεί» με τη δυνατότητα να δαπανήσουν περισσότερα για τη στήριξη των πολιτών και την άσκηση «επιθετικότερης» πολιτικής ενάντια στην ακρίβεια. Φυσικά, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού που δήλωσε άγνοια για την κοινοτική οδηγία για τον ΦΠΑ είναι εντελώς δυσανεκτική στη λήψη τέτοιων μέτρων.
Αυτές οι χώρες έχουν προσθέσει ως διακριτά μέτρα εσόδων προσωρινά μέτρα φορολόγησης των τραπεζών, των ενεργειακών εταιρειών και άλλα μέτρα εξισορροπητικά των συνεπειών της κρίσης ακρίβειας προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσης του πληθυσμού τους. Στην Ελλάδα, με τα τεράστια υπερκέρδη ενεργειακών εταιρειών και τραπεζών, με τέτοια μέτρα ύψους 1% του ΑΕΠ, τα επιπλέον έσοδα θα ήταν περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
● Στο πλαίσιο αυτό, με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1263 του 2024 και τις σχετικές μεταγενέστερες κατευθύνσεις που έχουν δοθεί στα κράτη-μέλη, οι συνολικές δαπάνες του προϋπολογισμού μπορούν να αυξηθούν ισόποσα με την αύξηση έκτακτων προσωρινών δαπανών για τη στήριξη ομάδων του πληθυσμού (one off expenditure).
Σε αντίθεση με τα παραπάνω κράτη-μέλη, η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να ασκήσει αυτά τα περιθώρια ευελιξίας. Ετσι, δεν έχει προβλέψει τη δυνατότητα έκτακτων δαπανών (τις οποίες έχει ορίσει στο μηδέν τοις εκατό του ΑΕΠ για το 2025!), ούτε βεβαίως τη δυνατότητα διακριτών μέτρων εσόδων (για την οποία έχει καταθέσει στην Κομισιόν τιμή με αρνητικό πρόσημο στο -0,3% του ΑΕΠ!).
Ο εσωτερικός «κόφτης» δαπανών
Ενώ όμως η κυβέρνηση επικαλείται με ανακρίβειες και ψέματα τον ευρωπαϊκό «κόφτη» δαπανών, έχει εγκαταστήσει η ίδια με μεγάλη συστηματικότητα και αποτελεσματικότητα έναν εσωτερικό «κόφτη» δαπανών στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, με σημαντική υποεκτέλεση στο σκέλος των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού! Αυτό σημαίνει ότι κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού δαπανώνται πολύ λιγότερα σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις. Το 2023, οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ήταν 3.357 εκατ. ευρώ κάτω από τους στόχους. Την περίοδο Ιανουάριος-Δεκέμβριος του 2024 οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ήταν 2.749 εκατ. ευρώ χαμηλότερα σε σχέση με τις προβλέψεις, συμβάλλοντας στο πρωτογενές υπερπλεόνασμα περισσότερο από την υπέρβαση στα έσοδα του προϋπολογισμού. Από αυτόν τον εσωτερικό «κόφτη» ματώνουν κατά κύριο λόγο οι κοινωνικού χαρακτήρα δαπάνες. Στον προϋπολογισμό του 2024 οι δαπάνες για κοινωνικές παροχές ήταν μειωμένες σε σχέση με τον στόχο κατά 793 εκατ. ευρώ και οι επιδοτήσεις κατά 722 εκατ. ευρώ.
Στην εκτέλεση του προϋπολογισμού στο σκέλος των δαπανών, η κυβέρνηση παρουσιάζεται «εκπλησσόμενη» και πέφτοντας συστηματικά πολύ έξω στις αρχικές της προβλέψεις. Στην πραγματικότητα, κατασκευάζει ένα «μαξιλάρι» υπερ-πλεονάσματος με συστηματική περικοπή κοινωνικών δαπανών, με μια εσωτερική ανακατανομή δαπανών εις βάρος των κοινωνικών δαπανών.
Το «μαξιλάρι» των Νομικών Προσώπων
Ενα άλλο σημαντικό «μαξιλάρι» υπερπλεονάσματος είναι τα θηριώδη πλεονάσματα των Νομικών Προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το 2021 το πλεόνασμα των Ν.Π. ήταν 2.484 εκατ. ευρώ, το 2022 ήταν 3.511 εκατ. ευρώ, το 2023 ήταν 3.322 εκατ. ευρώ και το 2024 ήταν 5.554 εκατ. ευρώ! Πρόκειται για πλεονάσματα που ενισχύουν το «μαξιλάρι» διαθεσίμων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και είναι κατά κάποιον τρόπο ανεξήγητα, διότι παρά τα υψηλά πλεονάσματα, ο κρατικός προϋπολογισμός εξακολουθεί να αυξάνει τις μεταβιβάσεις πολύ πάνω από την αύξηση των δαπανών τους. Κατά κάποιον τρόπο «αποθηκεύει» μέρος του υπερπλεονάσματος στα διαθέσιμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς αξιοποίηση για το χρέος.
Κόψτε τα ψέματα για μέτρα και «κόφτη δαπανών»
Δήλωση του Νίκου Παππά, στην «Εφημερίδα των Συντακτών»
Ο κ. Μητσοτάκης έδωσε στη ΔΕΘ μια σκληρή ιδεολογική μάχη. Με την οριζόντια μείωση των φορολογικών συντελεστών επιβεβαίωσε ότι για να δει ο χαμηλόμισθος ένα 20άρικο παραπάνω, πρέπει να κερδίσει 4.000 ευρώ τον μήνα όποιος βγάζει σχεδόν ένα εκατομμύριο τον χρόνο.
Ο πρωθυπουργός αρνείται μια πολιτεία που εγγυάται τη στέγη, την υγεία, την παιδεία. Αρνείται να επαναφέρει τον 13ο και τον 14ο μισθό στο Δημόσιο, τη 13η σύνταξη που ο ίδιος κατάργησε το 2019. Αρνείται να μειώσει τον ΦΠΑ σε τρόφιμα και φάρμακα, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία και, ενώ παριστάνει τον «ανήξερο», η χώρα κινδυνεύει με παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αρνείται να δώσει λύσεις στο στεγαστικό και στο δημογραφικό πρόβλημα.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση της Ν.Δ. επικαλείται διαρκώς και στρεβλά τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και τον «κόφτη δαπανών». Υποστηρίζει ότι το περιθώριο δαπανών εξαρτάται μόνο από το προηγούμενο έτος και δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από 3,6 δισ. ευρώ. Πρόκειται για σκόπιμη διαστρέβλωση. Στην πραγματικότητα, τα διακριτά μέτρα εσόδων δημιουργούν δημοσιονομικό χώρο.
Ο κ. Μητσοτάκης και το οικονομικό του επιτελείο αποκρύπτουν ότι το όριο δαπανών καθορίζεται από τα συνολικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, τα διακριτά μέτρα εσόδων και την ανάπτυξη. Οσο διευρύνεται η φορολογική βάση με δίκαιη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και των υπερκερδών, τόσο μεγαλώνει και ο χώρος για κοινωνική στήριξη. Αλλες ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούν ήδη αυτό το μοντέλο, βεβαίως εντός του νέου δημοσιονομικού κανόνα.
Ενδεικτικά, μια αύξηση εσόδων από φορολόγηση υπερκερδών στο 1% του ΑΕΠ και με έκτακτες δαπάνες στο ίδιο ύψος θα επέτρεπε -με βάση τον τύπο του «κόφτη»- αναλογική αύξηση των συνολικών δαπανών.
Αντί γι’ αυτό, σήμερα υπάρχει δυνατότητα για 3,6 δισ. δαπάνες, όπως παραδέχθηκε ο υφυπουργός Οικονομικών, Θ. Πετραλιάς, σε συζήτηση επίκαιρης ερώτησής μας. Και στη ΔΕΘ ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε μόλις 1,6 δισ. ευρώ.
Τι θα πει, λοιπόν, για τα πραγματικά περιθώρια δαπανών ο κ. Μητσοτάκης; Θα κάνει πάλι τον «ανήξερο»; Η συζήτηση τώρα ανοίγει.
