Το γερό «ψαλίδι» στην «παγωμένη» ευρωπαϊκή οδηγία (2024/1760) για τη δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την εταιρική βιωσιμότητα αναδείχτηκε σε εκδήλωση με θέμα «Βιώσιμες αλυσίδες εφοδιασμού: Προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής ευθύνης», που διοργάνωσε προχθές η Επιθεώρηση Εργασίας και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών.
Ο διοικητής της Αρχής, Γιώργος Τζιλιβάκης, δήλωσε στον χαιρετισμό του ότι στόχος είναι να κατανοήσουμε σε βάθος το συγκεκριμένο φαινόμενο και να εξεταστούν τρόποι θεσμικής αντιμετώπισης σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο, αλλά και να αναλύσουμε πώς όλοι μαζί ως πολιτεία, ως επιχειρηματική κοινότητα, ως αξιακό ευρωπαϊκό κεκτημένο και ως απλοί πολίτες, μπορούμε να βάλουμε ένα φρένο σε αυτήν τη λάθος πορεία.
Την έλλειψη βούλησης της όποιας προσπάθειας προστασίας εργασιακών δικαιωμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο πάντως απέδειξαν οι εξόφθαλμες παλινωδίες στην εφαρμογή της παραπάνω, μη δεσμευτικής, οδηγίας μετά την πρόταση του πακέτου «Omnibus», την οποία κατέθεσε η Κομισιόν στις αρχές του 2025, λίγους μήνες μετά την έγκριση της οδηγίας, δηλώνοντας ως στόχο στη μείωση του διοικητικού φόρτου και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.
Η πρόταση συζητήθηκε στην Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (JURI) μέσα στην εβδομάδα. Καθώς δεν αναμένεται κάποια θεαματική βελτίωση κατά τη διαβούλευση για το οριστικό κείμενο, το «Omnibus» αναμένεται να αφαιρέσει την όποια ισχύ της οδηγίας, αν δεν σαμποτάρει σημαντικές προβλέψεις της.
Προς το παρόν, η πλειονότητα των επιχειρήσεων εξαιρείται από την αρχική υποχρέωση για αναφορά κινδύνων και συνεπειών στο κλίμα και στα ανθρώπινα δικαιώματα από τη δραστηριότητά τους. Μάλιστα, καταργείται για όλες η αστική ευθύνη, η αντιπροσωπευτικότητα ενεργειών από συνδικαλιστικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις, ενώ περιορίζεται η υποχρέωση ελέγχων μόνο στους άμεσους προμηθευτές.
Οπως ανέφερε η Αναστασία Χαλκιά στην εισήγησή της εκ μέρους της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το «omnibus» επιδιώκει την επιβράδυνση της εφαρμογής της οδηγίας με μεταφορά προθεσμιών και αναστολή ορισμένων υποχρεώσεων, ενώ κινδυνεύει να αποδυναμώσει βασικές εγγυήσεις προστασίας.
Μάλιστα, το εύρος του πεδίου εφαρμογής της δέουσας επιμέλειας περιορίζεται δραστικά. «Αφορούσε πάνω από 5.400 επιχειρήσεις και 1,5 εκατομμύριο ευρώ καθαρό κύκλο εργασιών. Σήμερα, με τις αλλαγές που έχουν υπάρξει, οι επιχειρήσεις υπολογίζονται σε 997. Στην Ελλάδα οι επιχειρήσεις είναι 7, ενώ ήταν 33, σύμφωνα με το προηγούμενο σχέδιο […] Οι εταιρείες δεν “υποχρεούνται πλέον να θέτουν σε εφαρμογή” τα σχέδια κλιματικής μετάβασης αλλά μόνο να “υιοθετούν ενέργειες υλοποίησης μέσω εύλογων προσπαθειών” και όχι πλέον μέσω των “βέλτιστων προσπαθειών”, όπως ήταν αρχικά. Η ουσία κρύβεται στις λεπτομέρειες», είπε η επιστήμονας.
Ακόμη, επιδιώκεται ένα λιγότερο τιμωρητικό πλαίσιο. Η κ. Χαλιά ανέφερε για τις αλλαγές στον ρόλο των εποπτικών αρχών ότι αυτός «αποκτά έντονο συμβουλευτικό χαρακτήρα με υποστηρικτική λειτουργία. Η εποπτεία πρέπει να εφαρμόζεται με αναλογικότητα. Δίδεται έμφαση στη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, χρειάζεται να αποφεύγονται υπερβολικά αυστηρές κυρώσεις, να δίνεται προτεραιότητα στη συμμόρφωση και να υπάρχει μια ευελιξία στο είδος των κυρώσεων».
Κάντε το όπως η Νορβηγία
Στον αντίποδα βρίσκεται το εξαιρετικό παράδειγμα της Νορβηγίας, η οποία από το 2022 έχει θέσει σε εφαρμογή εθνικό νόμο που καθιστά υποχρεωτική για τις επιχειρήσεις τη δέουσα επιμέλεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Πώς τα κατάφερε; Ολα ξεκίνησαν όταν η Συμμαχία για Υπεύθυνες Επιχειρήσεις έφερε στο ίδιο τραπέζι τις έξι μεγαλύτερες εταιρείες, οι οποίες εκπροσωπούν διαφορετικούς επιχειρηματικούς τομείς της χώρας (βιομηχανίες πετρελαίου, φυσικού αερίου, τηλεπικοινωνιών, κλωστοϋφαντουργία κ.ά.), τα συνδικάτα και την κοινωνία των πολιτών (ακαδημαϊκή κοινότητα, δικηγορικούς συλλόγους, Εκκλησία κ.ά.).
Η Beate Ekeløve – Slydal από τη νορβηγική Συμμαχία περιέγραψε πως στον νόμο εμπίπτουν άμεσα τουλάχιστον 9.000 επιχειρήσεις και έμμεσα πολύ περισσότερες, επειδή αυτές οφείλουν να λαμβάνουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τους συνεργάτες και τους προμηθευτές τους.
Η ίδια σημείωσε πως οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ζητήσει από μία εταιρεία, που υπάγεται στον νόμο και άρα πρέπει να προωθεί τον σεβασμό των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας, πληροφορίες για το πώς, για παράδειγμα, παράγει τα προϊόντα της.
