Με δύο αγκάθια, για τους πλειστηριασμούς και τις πωλήσεις στεγαστικών δανείων σε distress funds, εισέρχεται από σήμερα στην τελική ευθεία η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με τους επικεφαλής των θεσμών για τα «κόκκινα» δάνεια.
Η συζήτηση ξεκινά επίσημα σήμερα το πρωί με την προγραμματισμένη συνάντηση ανάμεσα στον υπουργό Ανάπτυξης Γιώργο Σταθάκη και το κουαρτέτο, ωστόσο ήδη από χθες οι πρώτες τροχιοδεικτικές βολές έριξαν φως στο μεγάλο χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές, ειδικά για τους πλειστηριασμούς.
Από την έκβαση της διαπραγμάτευσης θα καθοριστεί το περιεχόμενο της υπουργικής απόφασης, που πρέπει να εκδοθεί άμεσα, με τα κριτήρια απαγόρευσης των πλειστηριασμών μέσω του νόμου Κατσέλη, ο οποίος θα αποτελεί από το 2016 το μοναδικό εργαλείο για την προστασία της πρώτης κατοικίας για τους δανειολήπτες.
Οι εκπρόσωποι των δανειστών εμφανίζονται μέχρι σήμερα να ερμηνεύουν αυστηρά το γράμμα του τρίτου Μνημονίου, που προβλέπει ότι προστασία της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς θα μπορούν να έχουν πλέον μόνο οι πραγματικά «οικονομικά ευάλωτοι» δανειολήπτες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα τεχνικά κλιμάκια έχουν ζητήσει να μειωθεί το όριο της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων που προστατεύονται από πλειστηριασμούς βάσει του νόμου Κατσέλη στα 120.000 ευρώ, από 300.000 που είναι σήμερα για έναν άγαμο (αφορολόγητο απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%), ή τις 450.000 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια.
Η σχετική συζήτηση είχε ξεκινήσει μάλιστα από τις 60.000 ευρώ, όπως παραδέχτηκε υψηλόβαθμη κυβερνητική πηγή η οποία συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις.
Σε ό,τι αφορά το εισοδηματικό κριτήριο, δεν είναι ξεκάθαρο αν οι δανειστές θέτουν ως ανώτατο επίπεδο το όριο της φτώχειας ή το σχετικό «κατώφλι» της φτώχειας.
Στην πρώτη περίπτωση, το όριο φτώχειας καθορίζεται σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ στα 4.600 ευρώ για τον άγαμο και τα 9.677 ευρώ για τετραμελή οικογένεια.
Στη δεύτερη περίπτωση το «κατώφλι» της φτώχειας είναι στα 8.879 ευρώ ετήσιο ατομικό εισόδημα για τον άγαμο και τα 17.270 ευρώ για τετραμελή οικογένεια.
Στην πράξη οι εκπρόσωποι των δανειστών προτείνουν σε αυτή τη φάση να μπορούν να βγαίνουν σε πλειστηριασμό ακίνητα αντικειμενικής αξίας από 120.000 ευρώ και πάνω, από ιδιοκτήτες που έχουν εισόδημα 330 ευρώ τον μήνα (όριο φτώχειας) ή 650 ευρώ τον μήνα (κατώφλι φτώχειας) εφόσον συνεχίζουν να μην ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.
Ανάγκη για διευρυμένα κριτήρια
Από την πλευρά της η κυβέρνηση εμμένει στη θέση της ότι η απαγόρευση πλειστηριασμών πρέπει να ισχύει για όσο το δυνατόν περισσότερα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης, προκειμένου να μην επαναληφθούν και στην Ελλάδα φαινόμενα εξώσεων τύπου Ισπανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, και θα επιχειρήσει να πείσει πλέον τους επικεφαλής των ελεγκτών για την κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα να υπάρξουν διευρυμένα εισοδηματικά και αντικειμενικά κριτήρια.
Στο πλαίσιο αυτό, το υπουργείο Ανάπτυξης έχει προτείνει η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας να μειωθεί στα 300.000 ευρώ για όλους, να θεσπιστεί εισοδηματικό κριτήριο μέχρι 35.000 ευρώ τον χρόνο και παράλληλα το σύνολο των οφειλών του δανειολήπτη να μην υπερβαίνει τις 250.000 ευρώ.
Με την πρόταση αυτή η κυβέρνηση εκτιμά πως προστατεύεται το 88% των υπερχρεωμένων δανειοληπτών που έχουν προσφύγει ή θα προσφύγουν στον νόμο Κατσέλη.
Μια κρίσιμη παράμετρος που θα πρέπει να γνωρίζει κανείς είναι ότι προστασία από πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας παρέχεται βάσει του νόμου 3869/2010 μόνον εφόσον ο δανειολήπτης υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη για να ρυθμίσει τα δάνειά του και ζητήσει να διασωθεί η πρώτη κατοικία του, αλλά συμφωνήσει να ρευστοποιήσει τυχόν άλλα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει.
Σήμερα υπολογίζεται ότι πάνω από 200.000 δανειολήπτες έχουν προσφύγει στον νόμο Κατσέλη για να προστατευτούν από πλειστηριασμούς, εντούτοις εκτιμάται ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός δεν θα πληροί τα κριτήρια, πολύ δε περισσότερο δεν θα εμπίπτει στις αυστηρότερες προϋποθέσεις της νέας ΚΥΑ που θα εκδοθεί.
Για τους δανειολήπτες αυτούς από 1.1.2016 δεν θα υπάρχει καμία προστασία, εφόσον μέσω της υπηρεσίας Πίστωσης και Πλούτου που θα ιδρυθεί και την ανάλυση των περιουσιακών και εισοδηματικών στοιχείων τους από τις τράπεζες αποδεικνύεται πως διαθέτουν χρήματα αλλά δεν πληρώνουν, ή δεν συμμορφώνονται στις διευθετήσεις χρεών με τις τράπεζες στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδας.
