ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρτεμις Σπηλιώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ελαφρά επιδείνωση του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων καταγράφεται το α’ εξάμηνο του 2024 λόγω της ενσωμάτωσης μετά από εποπτική απαίτηση συγκεκριμένων κατηγοριών δανείων με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου που χορηγήθηκαν σε ειδικές κοινωνικές ομάδες, εξέλιξη που αποτελεί ένα μη επαναλαμβανόμενο γεγονός. Οπως αναφέρει η Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδας, στο τέλος του α’ εξαμήνου το συνολικό απόθεμα των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) διαμορφώθηκε σε 10,4 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 4,8% ή 467 εκατ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2023 (9,9 δισ. ευρώ). Ωστόσο, στο β’ τρίμηνο του 2024 το συνολικό απόθεμα των ΜΕΔ μειώθηκε κατά 6% ή 671 εκατ. ευρώ σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2024.

Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η καθαρή ροή νέων ΜΕΔ (δηλαδή το άθροισμα των «νέων ΜΕΔ», των «αναταξινομημένων προς εξυπηρετούμενα» και των «εκταμιεύσεων») το πρώτο εξάμηνο 2024 είναι θετική, παρά την αξιόλογη αναταξινόμηση ΜΕΔ ως εξυπηρετούμενων. Ταυτόχρονα, η μείωση των ΜΕΔ από ρευστοποιήσεις καλυμμάτων παρέμεινε αμελητέα.

Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων τον Ιούνιο του 2024 αυξήθηκε οριακά σε 6,9% από 6,7% τον Δεκέμβριο του 2023, καθώς η πιστωτική επέκταση μετρίασε την αρνητική επίδραση από την αύξηση των ΜΕΔ. Συνεπώς, ο δείκτης ΜΕΔ σε επίπεδο τραπεζικού τομέα εξακολουθεί να παραμένει υψηλός και πολλαπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου (Ιούνιος 2024: 2,3%) και οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης των υφιστάμενου «κόκκινου» αποθέματος πρέπει να συνεχιστούν. Στις λιγότερο σημαντικές τράπεζες ο δείκτης ΜΕΔ ήταν στο 36,4% τον Ιούνιο του 2024, όμως μέχρι το τέλος του έτους αναμένεται σημαντική αποκλιμάκωση του εν λόγω δείκτη με την ένταξη ΜΕΔ του νέου σχήματος που προέκυψε από τη συγχώνευση της Τράπεζας Αττικής και της Παγκρήτιας Τράπεζας στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής».

Το υπόλοιπο των δανείων (εξυπηρετούμενων και μη) σε ατομική βάση ανήλθε σε 151 δισ. ευρώ.

Η ΤτΕ επισημαίνει για μια ακόμα φορά ότι η μεταφορά των ΜΕΔ εκτός τραπεζικού τομέα δεν σημαίνει αυτόματα και την οριστική εξάλειψη του χρέους από την οικονομία, αλλά παραμένει στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) που διαχειρίζονται 86,3 δισ. ευρώ (στοιχεία, Ιούνιος 2024).

Προοπτικές

Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν για να αντιμετωπίσει πιθανές διαταραχές και να επιτελέσει τον διαμεσολαβητικό του ρόλο και οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτικοί σταθερότητα στην Ελλάδα είναι κυρίως εξωγενείς, όπως οι αυξημένοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και ο κίνδυνος απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές χρήματος. Αυτό επισημαίνει η ΤτΕ, σημειώνοντας ότι οι προοπτικές -άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μακροοικονομική πορεία της χώρας, η οποία επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες- διαγράφονται θετικές.

Το πρώτο εξάμηνο του 2024 οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους ύψους 2,3 δισ. ευρώ (από 1,9 δισ. ευρώ το α’ εξάμηνο 2023). Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε καθοριστικά η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους και προμήθειες, με θετική συμβολή των εσόδων από πράξεις πληρωμών και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.

Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε οριακά σε 15,4% τον Ιούνιο του 2024 από 15,5% τον Δεκέμβριο του 2023 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (TCR) παρέμεινε αμετάβλητος στο 18,8% έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 15,8% και 19,9% αντίστοιχα.