Με μισόλογα και διαπιστώσεις αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση τα «βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα» που οδήγησαν σε εκτόξευση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρισμού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη το περασμένο καλοκαίρι και απειλούν να επανεμφανιστούν τον χειμώνα, εάν οι καιρικές συνθήκες είναι δυσμενείς.
Αυτό προκύπτει από το επίσημο Ενημερωτικό Σημείωμα που συνέταξε η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ε.Ε. μετά την τεχνική συνάντηση που οργανώθηκε στις 3 Οκτωβρίου και στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι από υπουργεία, διαχειριστές μεταφοράς και ρυθμιστικές αρχές από Αυστρία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Σλοβακία, Ρουμανία και Κροατία.
Το σημείωμα δεν ξεφεύγει από τα συνήθη «στρογγυλέμματα», αλλά η παράθεση των τοποθετήσεων δείχνει τα κενά στη δικαιολόγηση των προβλημάτων και τις ανεπαρκείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις ανάμεσα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Οταν ξεκίνησε τον Ιούλιο η απογείωση των τιμών σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Ρουμανία, δικαιολογήθηκε αρχικά από τους καύσωνες που επικρατούσαν στην περιοχή σε συνδυασμό με την κρίση στην Ουκρανία. Αποκαλύφθηκε στη συνέχεια ότι ο «αδύναμος κρίκος» της όλης υπόθεσης ήταν η Ουγγαρία μέσω της οποίας διοχετεύεται ρεύμα από την Κεντρική Ευρώπη προς την Ουκρανία. Οταν η Ουγγαρία βρέθηκε χωρίς ρεύμα για να το στείλει προς την Ουκρανία, αναγκάστηκε να το ζητήσει από Ελλάδα, Βουλγαρία, Ρουμανία προκαλώντας κάθετη αύξηση της ζήτησης και των τιμών.
Στην τεχνική συνάντηση, η Ελλάδα τόνισε ότι τον ερχόμενο χειμώνα αναμένει αύξηση της ζήτησης από τις βόρειες γειτονικές χώρες, η οποία θα ασκήσει πρόσθετη πίεση στο ενεργειακό σύστημα, και ζήτησε περισσότερες ενεργειακές ροές από τη Δυτική Ευρώπη προς τη ΝΑ. Το πρόβλημα επιβεβαίωσε η Βουλγαρία λέγοντας ότι η παραγωγική της δυναμικότητα, που περιλαμβάνει πυρηνικούς και θερμικούς σταθμούς, μπορεί να φτάσει τα 6,2 Γιγαβάτ (GW) τις ώρες αιχμής, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να καλύψει την προβλεπόμενη κατανάλωση των 7,2 GW τον χειμώνα. Αντίστοιχα η Ρουμανία ανέφερε ότι η μέγιστη ζήτηση τον χειμώνα εκτιμάται σε 9-9,5 GW, αλλά η εγχώρια δυναμικότητα παραγωγής, η οποία περιλαμβάνει συμβατικές πηγές, δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 7 GW.
Η Αυστρία, δηλαδή το κράτος που μεσολαβεί ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και την Ουγγαρία, προσπάθησε να δικαιολογήσει τις μειωμένες ροές. Επικαλέστηκε «εργασίες συντήρησης» (συνήθη δικαιολογία όταν μια χώρα θέλει να «κόψει» τις ροές) στα ουγγρικά σύνορα. Πρόσθεσε όμως ότι «αν και η συντήρηση έπαιξε ρόλο, δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που ευθύνεται για τις αυξήσεις των τιμών», αλλά επέμεινε ότι «το συνολικό σύστημα κατανομής δυναμικότητας λειτουργεί αποτελεσματικά»!
Κάπου εκεί οι εκπρόσωποι της Ελλάδας σημείωσαν ότι μετά τον Απρίλιο καταγράφηκε σημαντική διαφορά στις τιμές ενέργειας μεταξύ της Αυστρίας και άλλων χωρών της ΝΑ Ευρώπης. Ενώ οι τιμές στις δύο πλευρές ήταν σχετικά ευθυγραμμισμένες μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου, από τον Μάιο και μετά οι τιμές σε χώρες όπως η Ουγγαρία αυξήθηκαν δραματικά στα 900 €/MWh, ενώ οι τιμές στην Αυστρία και την Τσεχία παρέμειναν πολύ χαμηλότερες. Για παράδειγμα στις 11 Ιουλίου η τιμή στην Ουγγαρία έφτασε τα 900 €/MWh, ενώ στην Τσεχία η τιμή ήταν στα 61 €/MWh. Η Ελλάδα θέλει να κατανοήσει γιατί προέκυψαν αυτές οι σημαντικές διαφορές.
Αλλο παράδοξο: σε ημέρες όπως η 21η Ιουλίου και η 18η Ιουλίου, όταν οι τιμές ήταν πολύ υψηλές, οι προγραμματισμένες ροές από την Αυστρία προς την Ουγγαρία και τη Σλοβακία μειώθηκαν αντί να αυξηθούν. Υποτίθεται ότι οι ροές αυξάνονται όταν οι τιμές ανεβαίνουν, αλλά αυτό δεν συνέβη και η Ελλάδα εξέφρασε ανησυχία για την πιθανότητα επανάληψης μιας παρόμοιας κατάστασης τον προσεχή χειμώνα. Εκεί η Αυστρία επανήλθε με μισόλογα, λέγοντας ότι «το σύστημα σύζευξης της αγοράς επιτρέπει τη διοχέτευση της ενέργειας εκεί όπου χρειάζεται περισσότερο, αλλά υπάρχουν διαρθρωτικοί περιορισμοί που επηρεάζουν τις ροές ιδίως σε περιόδους αιχμής της ζήτησης», χωρίς να προσδιορίσει τους «διαρθρωτικούς περιορισμούς».
