Η εμπειρία διδάσκει ότι οι μεταρρυθμίσεις (εντός ή εκτός εισαγωγικών), ιδιαίτερα του Ασφαλιστικού, απαιτούν προετοιμασία και «κοινωνικό μασάζ».
Δεν πρέπει λοιπόν να περάσει απαρατήρητο α) ότι η αρθρογραφία για τη δημογραφική γήρανση και τις επιπτώσεις της στο ασφαλιστικό σύστημα πυκνώνει το τελευταίο διάστημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, β) ότι γίνεται όλο και πιο συχνά λόγος για τις κρυφές και μεγάλου ύψους «μη χρηματοδοτούμενες δαπάνες», οι οποίες είναι δύο κατηγοριών: δαπάνες για συντάξεις και δαπάνες για τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, γ) ότι οίκοι αξιολόγησης όπως ο Moody’s (που θα αξιολογήσει το ελληνικό αξιόχρεο στις 13 Σεπτεμβρίου) αναδεικνύουν σε βασικό κριτήριο στις αξιολογήσεις τους τις μη χρηματοδοτούμενες δαπάνες για το Ασφαλιστικό, δ) ότι ο Νουριέλ Ρουμπινί στο βιβλίο του για τις «10 μεγάλες υπεραπειλές» ανακηρύσσει τις μη χρηματοδοτούμενες δαπάνες (περιλαμβανόμενων των ασφαλιστικών) σε μία εξ αυτών.
Ενώ όμως η συζήτηση πανευρωπαϊκά γίνεται για τη χρηματοδοτική «τρύπα» που θα δημιουργηθεί μεσοπρόθεσμα στο ασφαλιστικό σύστημα εξαιτίας της δημογραφικής γήρανσης, στην Ελλάδα το κέντρο βάρους της συζήτησης είναι αλλού: στην «ανάγκη» μείωσης… των ασφαλιστικών εισφορών. Η οποία, προφανώς, αποδυναμώνει το ασφαλιστικό σύστημα μειώνοντας τα έσοδά του και επομένως αυξάνοντας μεσομακροπρόθεσμα το χρηματοδοτικό κενό.
Βεβαίως, η ανάγκη νέας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης θα ωριμάσει μεσοπρόθεσμα· μέχρι τότε θα έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών. Τα αποτελέσματα της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών (η διεύρυνση του χρηματοδοτικού κενού) θα είναι ένα επιπλέον επιχείρημα για την ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» – δηλαδή για την «ανάγκη» αύξησης των ορίων ηλικίας ή και περικοπής των συντάξεων.
Κάθε πράγμα στον καιρό του…
Xορός μειώσεων
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ήταν μέτρο μνημονιακής έμπνευσης. Ο «χορός» των μειώσεων ξεκίνησε το 2014. Μέχρι τότε, το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών ανερχόταν σε 46,56% της μισθολογικής δαπάνης και μειώθηκε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, στο 40,56%. Ολες οι υπόλοιπες μειώσεις και αυτές που σχεδιάζονται μέχρι και το 2027 είναι έργο των κυβερνήσεων της Ν.Δ.
● Το 2020, με τον «νόμο Βρούτση» υπήρξε νέα μείωση, κατά 0,90%, η οποία ίσχυσε από 1ης Ιουνίου 2020.
● Με διάταξη σε νομοσχέδιο, που ψηφίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2021, υπήρξε νέα μείωση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες.
● Από 1/6 του 2022 θεσπίστηκε νέα αύξηση κατά 0,5%.
Ετσι, από το 2014 μέχρι και το 2022 το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών (εργοδότη και εργαζομένου) μειώθηκε από 46,56% σε 36,16%. Και τώρα, η κυβέρνηση -διά διαρροών στον Τύπο- παρουσιάζεται έτοιμη να εξαγγείλει δύο νέες μειώσεις: από 1/1/2025 κατά 0,5% και από 1/1/2027 κατά 0,56%. Ετσι, η συνολική μείωση θα φτάσει τις 11,4 εκατοστιαίες μονάδες.
Σε τρέχουσες τιμές (για την ακρίβεια, τιμές 2025) η μισή ποσοστιαία μονάδα αντιστοιχεί σε ασφαλιστικές εισφορές περίπου 250 εκατ. ευρώ. Επομένως, σε τρέχουσες τιμές 2025 η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 11,4% αντιστοιχεί σε ποσόν 5,7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, δεν πρόκειται για εφάπαξ απώλειες αλλά για ετήσιες: από τη στιγμή που θα θεσπιστεί, κάθε μείωση «μετράει» απώλειες κάθε χρόνο. Επιπλέον, οι απώλειες για το ασφαλιστικό σύστημα είναι πολύ μεγαλύτερες, καθώς θα πρέπει να υπολογιστούν τα έσοδα από την αξιοποίηση αυτών των πόρων στη διάρκεια των χρόνων από το 2014 μέχρι και σήμερα. Ετσι, οι συνολικές απώλειες ξεπερνούν ακόμη και τα 20 δισ. ευρώ!
Εισφορές και έσοδα
Στις αρχές Ιουλίου και στο πλαίσιο της έκθεσής της για τη Νομισματική Πολιτική, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αναφέρθηκε στο θέμα των ασφαλιστικών εισφορών μιλώντας για «επιτακτική αναγκαιότητα» της μείωσης ή επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών «για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας». Η ΤτΕ αγωνιά για τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να καλύψουν το κόστος εργασίας τα επόμενα χρόνια λόγω των μισθολογικών αυξήσεων και για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, πιεζόμενη για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό σε αντιμετώπιση της ακρίβειας, έχει υποσχεθεί νέες αυξήσεις και άρα συμμερίζεται τις προτροπές της ΤτΕ. Ωστόσο, η πολιτική της «διπλωματίας του υπερ-πλεονάσματος» την κάνει συγκρατημένη όσον αφορά περαιτέρω μειώσεις. Οι δύο μειώσεις που έχει εξαγγείλει για το 2025 και 2027 θα κοστίσουν 250 εκατ. ευρώ η πρώτη και 290 εκατ. ευρώ η δεύτερη. Και αυτά, όπως αναφέραμε ήδη, είναι ετήσια κι όχι εφάπαξ κόστη.
Υπάρχουν βέβαια σκέψεις και προτάσεις στο οικονομικό επιτελείο και την κυβέρνηση για μείωση κατά 1% το 2025, οπότε η μείωση στα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης θα είναι ακόμη μεγαλύτερη.
