Διχάζονται οι απόψεις για το κατά πόσο έφτασε το πολυπόθητο «αναστάσιμο θαύμα» που προσδοκούσε το λιανεμπόριο για να ανακάμψει, μετά από μια κατά γενική παραδοχή υποτονική περίοδο. Στο λεκανοπέδιο Αττικής, ήδη πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα υπήρχε αισιοδοξία ότι θα πιαστεί ή θα ξεπεραστεί ο περσινός τζίρος, με τη βοήθεια του καλού καιρού και του ανοίγματος της τουριστικής σεζόν, εφόσον το Πάσχα έπεσε φέτος αργά.
Φορείς της αγοράς, όπως ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του Επαγγελματικού-Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά και του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής, είχαν θέσει τον πήχη πάνω από το 1,5 δισ. ευρώ για το σύνολο της εορταστικής κατανάλωσης: εμπορικά καταστήματα, εστίαση και καταλύματα. Την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τις γιορτές ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ και του ΠΕΣΑ ανακοίνωσε ότι ο στόχος πιάστηκε με το παραπάνω και ότι η αυξημένη, συγκριτικά με το 2023, αγοραστική κίνηση ικανοποίησε τους επαγγελματίες και στους τρεις παραπάνω κλάδους.
Αυξημένες αγορές
Η αίσθηση που μεταφέρει είναι ότι η αγορά επανέκαμψε, τόσο στον κλάδο των τροφίμων, λόγω του πασχαλινού τραπεζιού, όσο και σε άλλους κλάδους της λιανικής, λόγω των παραδοσιακών δώρων. Η εκτίμηση είναι ότι έξι στους δέκα καταναλωτές διατήρησαν και αύξησαν τις αγορές τους, γονείς και νονοί ανταποκρίθηκαν στις οικογενειακές και κοινωνικές τους υποχρεώσεις, με συνολική μεσοσταθμική δαπάνη τα 190 ευρώ για τα καθιερωμένα πασχαλινά γλυκά και δώρα σε φίλους, συγγενείς και βαφτιστήρια. Θετικά υπολογίζει ότι λειτούργησαν τα δύο «πασχαλινά καλάθια» του υπουργείου Ανάπτυξης, συγκρατώντας τις τιμές και αυξάνοντας τον ανταγωνισμό προς όφελος των καταναλωτών.
Μια διαφορετική εικόνα περιγράφει, μιλώντας στην «Εφ.Συν.», ο αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Νίκος Κογιουμτζής. Κάνει λόγο για αγορά «δύο ταχυτήτων», με τα καταστήματα του κέντρου της πρωτεύουσας να έχουν τόνωση του τζίρου, σχεδόν αποκλειστικά λόγω της ροής των τουριστών (η οποία φέτος είναι αυξημένη σχεδόν 15%) και της άφιξης των κρουαζιερόπλοιων. Επιμένει ωστόσο ότι οι περιφερειακές αγορές υστέρησαν σημαντικά, κάτι που αποδίδει στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, απόρροια όπως λέει «της μεγάλης ακρίβειας, ειδικά στα τρόφιμα, που εξακολουθεί να ροκανίζει το εισόδημα».
Αφήνοντας απ’ έξω τα τρόφιμα, τα καταλύματα και την εστίαση, που κινήθηκαν ανοδικά, τα αμιγώς εμπορικά καταστήματα (ένδυση, υπόδηση, είδη δώρων κ.λπ.), ιδίως τα μικρότερα, είχαν μειωμένο όγκο πωλήσεων, αφού, όπως μας λέει ο κ. Κογιουμτζής, «οι καταναλωτές αγόρασαν δώρα για βαφτιστήρια, αγαπημένα πρόσωπα, αλλά μικρότερης αξίας. Ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πρώτες πληροφορίες που φτάνουν από εμπορικούς συλλόγους στην υπόλοιπη Ελλάδα επιβεβαιώνουν την παραπάνω εικόνα.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο όγκος πωλήσεων στο λιανεμπόριο κινήθηκε καθοδικά το πρώτο δίμηνο του 2024, με μείωση του σχετικού δείκτη κατά 8,9% τον Φεβρουάριο. Αναμένοντας τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου (θα δημοσιευτούν στις 23/5), οι φορείς της αγοράς εκτιμούν ότι η εικόνα δεν πρόκειται να είναι πολύ διαφορετική. «Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι η ΕΛΣΤΑΤ ώς έναν βαθμό δεν μπορεί να μετρήσει τον τζίρο των πολύ μικρών, ατομικών και οικογενειακών επιχειρήσεων, που είναι περίπου το 70% των καταστημάτων λιανεμπορίου», επισημαίνει ο αντιπρόεδρος του ΕΣΑ και του ΕΕΑ. Πρόκειται για τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο από τη συρρίκνωση της κατανάλωσης, αφού απευθύνονται στα νοικοκυριά που περικόπτουν τις δευτερεύουσες δαπάνες για να καλύψουν τα απολύτως αναγκαία.
«Δεν μπορεί μια εβδομάδα ή 4-5 μέρες να αντισταθμίσουν τη μείωση της κατανάλωσης σε 12μηνη βάση. Υπήρχε προσδοκία να πάμε καλύτερα, αλλά χαμηλώσαμε τις προσδοκίες αυτές από τη δική μας πλευρά. Το θέμα είναι τι γίνεται από εδώ κι εμπρός. Στο κέντρο θα δουλέψουν λόγω τουρισμού. Από τους Ελληνες είναι δύσκολο να περιμένουμε αύξηση κατανάλωσης, είμαστε δεύτεροι από το τέλος σε αγοραστική δύναμη μετά τη Βουλγαρία. Αν δεν παταχθεί η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν θα ανασάνει η αγορά. Χρειάζονται έλεγχοι και αυτό που ζητάμε εμείς εδώ και πολύ καιρό, μείωση ΦΠΑ σε βασικά είδη ανάγκης και στα καύσιμα, για να καταπολεμηθεί αυτό το φαινόμενο της ακρίβειας, όπως έχει γίνει σε 13 χώρες της Ευρώπης και πλέον αποδίδει καρπούς».
Ελλειψη εισοδήματος
Για ένα «κακό τετράμηνο» κάνει λόγο ο πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών-Βιοτεχνών-Εμπόρων Ελλάδας, Γιώργος Καββαθάς, θεωρώντας ότι η κίνηση του Πάσχα «ήταν μια ένεση, αλλά δεν είναι λύση». Αποδίδει και αυτός την πεσμένη κίνηση της αγοράς στην έλλειψη διαθέσιμου εισοδήματος προς κατανάλωση, καθώς «ο μισθός και η σύνταξη καλύπτουν μόνο τις βασικές ανάγκες των νοικοκυριών. Στις έρευνες του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ διαπιστώνουμε ότι για το 60% των νοικοκυριών οι μισθός τελειώνει στις 19 του μήνα, ενώ το 2022 το ποσοστό αυτό ήταν 50%. Αυξήθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες».
Εφόσον τα νοικοκυριά ασφυκτιούν από την ακρίβεια, πώς εξηγείται η πληρότητα στα τουριστικά καταλύματα, στα πλοία, η μαζική έξοδος στις εθνικές οδούς; «Η Αττική έχει 4 εκατομμύρια πληθυσμό, αν έφυγε 1 εκατομμύριο είναι το 25%. Από αυτούς οι περισσότεροι πήγαν σε σπίτια συγγενών σε χωριά, που δεν έχουν έξοδα διαμονής και σίτισης. Οι υπόλοιποι είναι περίπου ένα 10%, το οποίο όπως αποτυπώνεται και στις έρευνες οικονομικού κλίματος είδε τα οικονομικά του να βελτιώνονται. Αυτοί είναι οι έχοντες και κατέχοντες», καταλήγει ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.
