Για πρώτη φορά εδώ και πολλούς μήνες καταγράφεται αύξηση του τζίρου των σουπερμάρκετ, η οποία οφείλεται κυρίως στην αύξηση του όγκου πωλήσεων, καθώς η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού έφερε τόνωση της ζήτησης. Σε αυτό το συμπέρασμα κατατείνουν τα στοιχεία που δημοσίευσε η έρευνα της εταιρείας Nielsen ΙQ για την αγορά του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων το πρώτο τρίμηνο του 2024.
Συνολικά οι πωλήσεις των σουπερμάρκετ αυξήθηκαν σε αξία κατά 3%, ενώ στα λεγόμενα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά (FMCGs) η άνοδος τζίρου ανήλθε στο 2,7% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2022. Σε αντίθεση με το 2022 και εν μέρει το 2023, όταν οι τζίροι ήταν κυρίως «πληθωριστικοί», φούσκωναν δηλαδή επειδή ανέβαιναν οι τιμές, ενώ αντιθέτως οι όγκοι κινούνταν πτωτικά, η ανάπτυξη του κλάδου φαίνεται να προέρχεται τώρα από τη θετική μεταβολή των πωλούμενων όγκων.
Οι αυξήσεις τιμών στα σουπερμάρκετ, σύμφωνα με τη Νielsen, κινήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2024 γύρω στο 1%, αρκετά χαμηλότερα από τον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή ο οποίος σημείωσε τον Μάρτιο ετήσια αύξηση 3,2%. Η αντίθεση γίνεται πιο προφανής όταν συγκρίνουμε με την ίδια περίοδο πέρυσι, όταν οι τιμές ανά τεμάχιο στα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά είχαν αυξηθεί κατά μέσο όρο 12,3%, oδηγώντας τον τζίρο των σουπερμάρκετ σε αύξηση 7,9% και τον όγκο πωλήσεων σε πτώση -4,4%.
Αναλύοντας τις υπερ-κατηγορίες των FMCG, ο τζίρος αυξήθηκε με τον ίδιο ρυθμό στα τρόφιμα-ποτά και στα είδη προσωπικής υγιεινής και ομορφιάς (3,3%), ενώ αντίθετα μειώθηκε κατά -1,7% στην ευρύτερη κατηγορία των ειδών φροντίδας του σπιτιού (απορρυπαντικά, καθαριστικά κ.ά.). Η Nielsen αποδίδει τη μείωση του τζίρου στη σημαντική μείωση της μέσης τιμής των προϊόντων της συγκεκριμένης κατηγορίας, η οποία όπως σημειώνει «ενδέχεται να οφείλεται στα πρόσφατα ρυθμιστικά μέτρα της κυβέρνησης για τις κατηγορίες του μη τρόφιμου και στις αντίστοιχες ενέργειες στις οποίες προέβη η πλευρά των προμηθευτών». Βέβαια πριν αρχίσει ο υπουργός Ανάπτυξης να πανηγυρίζει ότι τα «μέτρα αποδίδουν καρπούς», αξίζει να θυμηθούμε ότι τα απορρυπαντικά στην Ελλάδα πωλούνταν ούτως ή άλλως ώς και 300% ακριβότερα από άλλες χώρες της Ε.Ε. (όπως είχε αποδείξει έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού), οπότε οι μικρές διορθώσεις τιμών προς τα κάτω είναι ένα ελάχιστο κλάσμα αυτής της «ψαλίδας».
Με τις τιμές να συνεχίζουν να αυξάνονται, έστω και με βραδύτερο ρυθμό, είναι λογικό οι καταναλωτές να στρέφονται όλο και πιο μαζικά στα, συγκριτικά φτηνότερα, προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία πλέον αποτελούν το 25,4% της αξίας του καλαθιού των νοικοκυριών (από 24,7% το δ’ τρίμηνο του 2023). Μάλιστα παρά τα μέτρα για εξορθολογισμό των προσφορών, η προωθητική ένταση εξακολουθεί να είναι υψηλή (69,8% των προϊόντων συμμετέχουν σε προωθητικές ενέργειες, από 68,7% το δ’ τρίμηνο του 2023) και 9 στους 10 αγοραστές επηρεάζονται από τα προωθητικά προγράμματα για την επιλογή μάρκας ή καταστήματος. Τέλος, οι υψηλές θερμοκρασίες ευνόησαν τις πωλήσεις «καλοκαιρινών κατηγοριών» όπως είναι τα παγωτά (+21,0%), τα εντομοαπωθητικά (+19,5%), καθώς επίσης οι μπίρες (+12,7%) και τα νερά (+10,4%).
