Η βελτίωση του συνόλου των βασικών μεγεθών του τραπεζικού τομέα είναι αδιαμφισβήτητη. Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν ώστε να αντιμετωπίσουν πιθανές αναταράξεις, ενισχύοντας με τη σειρά τους την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο παραμένουν οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι, όπως επισημαίνεται στην έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδας, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.
Σημειώνεται ότι η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων ενισχύθηκε σημαντικά, ωστόσο η ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων τους εξακολουθεί να είναι χαμηλή. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση αυξήθηκε σε 15,5% τον Δεκέμβριο του 2023, από 14,5% τον Δεκέμβριο του 2022, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) σε 18,7% από 17,5% αντίστοιχα.
«Η διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλό ακόμη επίπεδο, σε συνδυασμό με τα αυξημένα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και επιχειρήσεων και ενδέχεται να συμβάλει στη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ)» όπως σημειώνεται στην έκθεση.
Πάντως το 2023 καταγράφεται αξιόλογη υποχώρηση του αποθέματος ΜΕΔ σε όλα τα επιμέρους χαρτοφυλάκια, με σημαντικότερη ποσοστιαία μείωση των ΜΕΔ προς τα νοικοκυριά (-31,4%), ενώ ως προς τα απόλυτα μεγέθη, σημαντικότερη ήταν η μείωση των ΜΕΔ στα επιχειρηματικά δάνεια (-1,8 δισ. ευρώ). Τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης (unlikely to pay) ανήλθαν σε 3,2 δισ. ευρώ (32% των ΜΕΔ) στο τέλος του 2023, μειωμένα κατά 20,3% σε σχέση με το τέλος του 2022 (4,1 δισ. ευρώ).
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές, το διεθνές περιβάλλον αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση καθώς η όξυνση των γεωπολιτικών κινδύνων με την επέκταση των πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και με τον αυξανόμενο εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, μπορεί να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και κατ’ επέκταση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επιπροσθέτως, τυχόν απότομη επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών μπορεί να προκαλέσει αναταράξεις με δυσμενείς επιδράσεις τόσο στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών όσο και στον ελληνικό τραπεζικό τομέα, καθώς η προσπάθεια των τραπεζών για πιστωτική επέκταση θα καταστεί δυσχερέστερη.
Δανειακή επιβάρυνση
Αρνητικός παρέμεινε το 2023 και στην αρχή του 2024 ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των νοικοκυριών από τις τράπεζες (Φεβρουάριος 2024: -1,8%), με τον ρυθμό μεταβολής των στεγαστικών δανείων να είναι στο -3,6% τον Φεβρουάριο ενώ στα καταναλωτικά είναι θετικός στο 4,4%, καθώς για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείων η ζήτηση κινείται ανοδικά ήδη από το 2023.
Αντίθετα, για τα στεγαστικά δάνεια παρατηρείται για δύο έτη συνεχής μείωση της ζήτησης (με εξαίρεση το β’ τρίμηνο του 2023) λόγω της αύξησης των επιτοκίων. Το α’ τρίμηνο του 2024 αναφέρθηκε χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων για δάνεια προς νοικοκυριά μετά από σχεδόν τρία έτη που παρέμειναν κατά βάση αμετάβλητα (δ’ τρίμηνο 2020 έως δ’ τρίμηνο 2023). Επιπλέον, το ποσοστό απόρριψης καταναλωτικών και λοιπών δανείων παρουσίασε μικρή μείωση το α’ τρίμηνο 2023 και σταθεροποιήθηκε έκτοτε, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα στεγαστικά δάνεια μειώθηκε ώς έναν βαθμό (με εξαίρεση το α’ τρίμηνο του 2024 και το β’ τρίμηνο του 2023).
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τα δάνεια που εξασφαλίζονται με οικιστικά ακίνητα, τα στοιχεία για το σύνολο του 2023 δείχνουν ότι οι εκταμιεύσεις διαμορφώθηκαν σε μόλις 1 δισ. ευρώ (14.621 συμβάσεις), μειωμένες κατά 9,5% σε σχέση με το 2022, και παραμένουν χαμηλές τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και σε σύγκριση με το επίπεδο προ της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Για την περίοδο 2005-2007, η ετήσια ροή στεγαστικών δανείων ανερχόταν ετησίως σε 12 δισ. ευρώ κατά μέσο όρο. Δηλαδή οι ετήσιες εκταμιεύσεις στεγαστικών το 2023 είναι ίσες με έναν μήνα των «χρυσών εποχών».
Σχεδόν το σύνολο των δανείων (97,4%) που προορίζονται για αγορά οικιστικού ακινήτου για ιδιοκατοίκηση (μόλις 2,6% για εκμίσθωση) είναι πλήρως χρεολυτικά. Το 2023 η μέση εκταμίευση δανείου ανήλθε σε 68,7 χιλ. ευρώ, μειωμένη έναντι του 2022 που είχε διαμορφωθεί σε 78,8 χιλ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος των νέων εκταμιεύσεων έχει μακρά περίοδο σταθερού επιτοκίου, η οποία προστατεύει τους δανειολήπτες από περαιτέρω αυξήσεις των βασικών επιτοκίων –άλλωστε έχει εμπεδωθεί ότι μεσοπρόθεσμα δεν προβλέπεται επιστροφή στα μηδενικά επιτόκια–, με το 55% να έχουν σταθερό επιτόκιο για τα πρώτα 10 χρόνια και το 17% των νέων δανείων για 5-10 έτη. Οι εκταμιεύσεις δανείων με αρχική περίοδο σταθερού επιτοκίου μικρότερη ή ίση του ενός έτους αντιπροσωπεύουν μόλις το 11,6% του συνόλου των νέων δανείων.
Η μέση διάρκεια δανείου κατά την έκδοση είναι 23,7 έτη. Το 20% των νέων δανειακών συμβάσεων έχουν διάρκεια έως 15 έτη, το 37% έχουν διάρκεια από 15 έως 25 έτη, ενώ το 38% έχουν διάρκεια από 25 έως 30 έτη και το υπόλοιπο 5% πάνω από 30 έτη.
Επιτοκιακός κίνδυνος
Το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα των δανείων προς τα νοικοκυριά αυξήθηκε κατά 227 μονάδες βάσης (Φεβρουάριος 2024: 6,2%, Ιούνιος 2022: 3,9%), αντανακλώντας την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Η αύξηση αυτή ήταν πιο αισθητή στα μακροπρόθεσμα στεγαστικά δάνεια.
Ειδικότερα, το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα στεγαστικών δανείων με διάρκεια άνω των πέντε ετών αυξήθηκε κατά 240 μονάδες βάσης (Φεβρουάριος 2024: 4,4%, Ιούνιος 2022: 2,0%), ενώ στα στεγαστικά δάνεια με διάρκεια από ένα έως πέντε έτη αυξήθηκε κατά 176 μονάδες βάσης (Φεβρουάριος 2024: 5,6%, Ιούνιος 2022: 3,9%).
Ωστόσο, η πρωτοβουλία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών να παρατείνουν μέχρι την άνοιξη του 2025 το πρόγραμμα ανταμοιβής των συνεπών δανειοληπτών στα στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου («πάγωμα» επιτοκίου στα επίπεδα του Μαρτίου του 2023) αποτελεί θετική εξέλιξη, όπως σημειώνει η ΤτΕ.
Οι δαπάνες για τόκους ως ποσοστό του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών παρουσίασαν σημαντική αύξηση για τα στεγαστικά δάνεια το 2023 λόγω της ανόδου των επιτοκίων των υφιστάμενων δανείων (σχεδόν αμετάβλητα για τα καταναλωτικά). Ωστόσο το μέσο ετήσιο υπόλοιπο των δανείων προς τα νοικοκυριά ως ποσοστό του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματός τους μειώθηκε περαιτέρω χάρη στη μείωση του μέσου υπολοίπου των δανείων προς τα νοικοκυριά και στην αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Μεγάλες αυξήσεις στις τιμές κατοικιών
Θα συνεχίσουν να τραβούν την ανηφόρα οι τιμές των οικιστικών ακινήτων, με τις τιμές των διαμερισμάτων να αυξάνονται το 2023 κατά 13,4% σε ετήσια βάση (+11,9% το 2022). Η αύξηση μάλιστα είναι μεγαλύτερη στα παλιά διαμερίσματα έναντι των νέων (έως 5 ετών), καθώς ήταν 14,2% έναντι 12,4%. Πρωταθλήτρια στις αυξήσεις η Θεσσαλονίκη (16,2%) και άλλες μεγάλες πόλεις (14,5%), ενώ στην Αθήνα η αύξηση είναι 13,7%.
«Οι συνθήκες αυξημένου πληθωρισμού και κόστους κατασκευής, αλλά και υψηλών επιτοκίων επηρεάζουν αρνητικά το περιθώριο επενδυτικού κέρδους, γεγονός που ενδέχεται σταδιακά να επηρεάσει και τις τιμές της εγχώριας αγοράς, η οποία τα τελευταία έτη τροφοδοτείται σημαντικά από τις ξένες επενδύσεις. Βραχυπρόθεσμα ωστόσο, οι τιμές εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν την ανοδική τους τάση όσο η ζήτηση από το εξωτερικό διατηρείται ισχυρή».
Η ΤτΕ επισημαίνει ότι έχει οξυνθεί το πρόβλημα του κόστους στέγασης, ως απόρροια της εκτεταμένης επενδυτικής εκμετάλλευσης της κατοικίας, της υποτονικής δραστηριότητας στον κατασκευαστικό κλάδο κατά τα προηγούμενα χρόνια, που δεν επέτρεψε την ομαλή αναπλήρωση του αποθέματος ακινήτων, και της απόσυρσης από την αγορά ακινήτων που εξασφαλίζουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια και προορίζονται για πλειστηριασμό. Αυτό εγείρει σημαντικά ζητήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την πιθανή λήψη μέτρων από την πολιτεία. Εκτιμάται ότι πρωτοβουλίες σχετικές με τη στήριξη για απόκτηση κατοικίας από συγκεκριμένες κατηγορίες νοικοκυριών (π.χ. νέοι, ευάλωτες κοινωνικές ομάδες) καθώς και την ανακαίνιση παλαιών κατοικιών (π.χ. πρόγραμμα «Κοινωνική Αντιπαροχή» και «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω») αναμένεται να συμβάλουν στη βελτίωση του κτιριακού αποθέματος, αλλά και στην ενίσχυση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών αυτών.
