Σε σοβαρές καταγγελίες και διαπιστώσεις σχετικά με τις εργασίες βυθοκόρησης που πραγματοποιούνται στο λιμάνι του Πειραιά -έργο της Cosco που συμπεριλαμβάνεται στις 11 υποχρεωτικές επενδύσεις σύμφωνα με τη σύμβαση παραχώρησης- και με τις τακτικές που ακολουθούνται από τους εμπλεκόμενους φορείς προχωρά η δημοτική παράταξη «Αλλάζουμε τον Πειραιά για Ολους και Ολες» με επικεφαλής τον Γιώργο Γαβρίλη. Είχε προηγηθεί στα τέλη Μαρτίου η κατάθεση μηνυτήριας αναφοράς από την παράταξη και πολίτες στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά με αίτημα να σταματήσουν οι εργασίες βυθοκόρησης μέχρι να διευκρινιστεί η νομιμότητα των εκτελούμενων έργων, ενώ ζητούσαν την κοινοποίηση στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γιάννη Καρδαρά και Ανθή Γιαννούλου όλων των εγγράφων που συνδέονται με την έναρξη του έργου και φυσικά τις άδειες βυθοκόρησης. Ωστόσο μέχρι και σήμερα δεν έχει αποσταλεί καμία ουσιαστική απάντηση στους ενδιαφερόμενους.
Με αφορμή αυτή τη… σιωπή η δημοτική παράταξη επανήλθε στο ζήτημα κάνοντας λόγο για «ένα μεγάλο τεχνικό έργο με περιβαλλοντικούς κινδύνους» που καλύπτεται από «ένα καθεστώς αδιαφάνειας και απορρήτου», ενώ η πόλη, οι συλλογικότητες, ο Δικηγορικός Σύλλογος, οι δημοτικές παρατάξεις θα έπρεπε να είχαν πλήρη πρόσβαση και τα δεδομένα θα έπρεπε να είναι ανοιχτά και υπό κρίση πολιτική και επιστημονική. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράταξη, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αντίθετα, παρά τα αιτήματα, επικρατεί μια «ομερτά» σιωπής και ενοχής. «Τι έχουν να κρύψουν; πόση περιφρόνηση για την πόλη; πόση βεβαιότητα και σιγουριά ότι μια εταιρεία μπορεί να περιφρονεί την αστική νομιμότητα;» ρωτά και σχολιάζει: «Είναι όμως μοναδική η περίπτωση του Πειραιά, της Cosco και των βυθοκορήσεων; Μήπως την ίδια αντίληψη, στον πυρήνα, στην ουσία… δεν διαπιστώνουμε στα ερωτήματα που θέτουν τα Τέμπη, οι υποκλοπές (ΚΥΠ και predator), οι λίστες των «ομογενών;»
Υποστηρίζει ότι πρόκειται για «μια καθεστωτική αντίληψη, που απλά και ωμά περιγράφει έναν κρατικό μηχανισμό που από το υποτιθέμενο συλλογικό συμφέρον έχει εκπέσει σε ένα μηχανισμό διασφάλισης ιδιωτικών συμφερόντων» και προσθέτει ότι η «Cosco διαχειρίζεται το λιμάνι με όρους ιδιοκτησίας και με περιφρόνηση προς την πόλη βρίσκοντας πρόθυμους συμπαραστάτες».
Τέλος, επισημαίνει ότι το αίτημα της να δοθούν οι άδειες της βυθοκόρησης δεν είναι ένα «επαναστατικό αίτημα», ωστόσο «η άρνηση, η περιφρονητική σιωπή (μη απάντηση), παρά τις θεσμικές παρεμβάσεις μας στους δικαιικούς μηχανισμούς, συνιστά ένα φαινόμενο συμπεριφορών που υπερβαίνουν λιμάνι, υπουργεία, λιμεναρχείο».
