Ρότα για επενδυτική βαθμίδα το πρώτο εξάμηνο του 2023 έχει βάλει η κυβέρνηση, με το σενάριο όμως να χαρακτηρίζεται δύσκολο λόγω του θολού ορίζοντα με την ενεργειακή κρίση και των πληγμάτων αυτής στις επενδύσεις, στην ανάπτυξη αλλά και στα δημόσια οικονομικά. Ηδη οικονομολόγοι και διεθνείς αναλυτές τοποθετούν την αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου στην κατηγορία επενδυτική προς το τέλος της επόμενης χρονιάς, βάζοντας στο κάδρο με τους κινδύνους και την πιθανότητα καθυστέρησης στον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές.
Από την άλλη, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας αποτελεί για το οικονομικό επιτελείο πρωταρχικό στόχο που προσπαθεί να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού το φετινό έλλειμμα προκειμένου να μην εκτροχιαστεί από το 1,6% του ΑΕΠ, ενώ οτιδήποτε μικρότερο από αυτά τα επίπεδα θα είναι το καλύτερο δημοσιονομικό σήμα για τις αγορές. Την ίδια στιγμή θετικά λειτουργούν για τη χώρα η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία και η πρόωρη αποπληρωμή δανείων προς το ΔΝΤ και διακρατικών από το πρώτο μνημόνιο ύψους 2,7 δισ. ευρώ. «Συν» είναι επίσης ότι η Ελλάδα έχει διασφαλίσει την αποπληρωμή του χρέους έως και το 2032, άρα δεν κινδυνεύει από πιστωτικό γεγονός, ενώ οι δανειακές ανάγκες για την αναχρηματοδότηση ομολόγων είναι χαμηλές αφού για το 2023 δεν ξεπερνούν τα 7 δισ. ευρώ.
Σε ό,τι τα αφορά τα ραντεβού με τους οίκους αξιολόγησης που θα κρίνουν το στοίχημα της επενδυτικής βαθμίδας, η αυλαία θα ανοίξει με τη Fitch, η οποία στις 14 Ιανουαρίου 2023 θα μεταδώσει το πρώτο στίγμα για την πορεία της ανάκαμψης, τις δημοσιονομικές προοπτικές και τη διαχειρισιμότητα του δημόσιου χρέους. Η χώρα θα έχει άλλες δύο «αναμετρήσεις» με τον οίκο, 9 Ιουνίου και 1η Δεκεμβρίου, σε περίπτωση που τον Ιανουάριο δεν καταφέρει να προσπεράσει την κατηγορία «ΒΒ» όπου βρίσκεται… παρκαρισμένη.
Σειρά θα πάρει ο καναδικός οίκος DBRS στις 10 Μαρτίου, η βαθμολογία του οποίου για την Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή ένα σκαλοπάτι πριν από την επενδυτική βαθμίδα στην κατηγορία «BB (high)» με «σταθερές προοπτικές». Η δεύτερη αξιολόγηση είναι προγραμματισμένη για τις 15 Σεπτεμβρίου.
Το μεγάλο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η κίνηση που θα κάνει η Moody’s στις 17 Μαρτίου, εάν μετά τη «σιωπή» που επέδειξε στις φετινές αξιολογήσεις θα προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η οποία σήμερα βρίσκεται τρεις βαθμίδες χαμηλότερα από την επενδυτική στην κατηγορία «Ba3» σε σχέση με τους υπόλοιπους οίκους. Η Ελλάδα έχει άλλη μία ευκαιρία με τη Moody’s στις 15 Σεπτεμβρίου. Στις 21 Απριλίου θα ακουστεί η πρώτη ετυμηγορία από την Standard & Poor’s και στις 20 Οκτωβρίου η δεύτερη και αυτό που επιθυμεί διακαώς η ελληνική πλευρά είναι να μην περάσουν «άπρακτα» τα δύο ραντεβού καθώς όλες οι ελπίδες για αναβάθμιση βρίσκονται εκεί.
Πάντως η κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θα είναι ένα θετικό σήμα για την οικονομία καθώς θα αλλάξει τη συμπεριφορά των επενδυτών που δίνουν προτεραιότητα σε υψηλής αξιολόγησης περιουσιακά στοιχεία. Το πιο σημαντικό, βέβαια, είναι ότι θα μειωθεί το spread των ελληνικών ομολόγων άρα και το κόστος δανεισμού για το Δημόσιο, σε μια στιγμή που η αύξηση των επιτοκίων για την αναχαίτιση του υψηλού πληθωρισμού έχει κάνει τις αγορές ιδιαίτερα νευρικές. Μέχρι η χώρα να αποκαταστήσει την ποιότητα στα ελληνικά ομόλογα, θα πρέπει να υπάρξουν περιορισμοί στη δημοσιονομική πολιτική και να αποφευχθούν οι υπερβολές με δαπάνες που είναι επιβαρυντικές για το έλλειμμα.
