Το βάθεμα της φτώχειας επιβεβαιώνει η νέα έρευνα καταναλωτών του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, καθώς η πληθωριστική κρίση επηρεάζει πάνω από το 90% των νοικοκυριών. Πλέον οι καταναλωτές έχουν συμπιέσει τις δαπάνες τους στα απολύτως αναγκαία, καθώς η μάχη για τη στοιχειώδη επιβίωση βάζει σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλη ανάγκη.
Διακοπές, ταξίδια, διασκέδαση, ακόμα και μια απλή έξοδος για φαγητό είναι εκτός συζήτησης για το 80% των καταναλωτών, το 66% μειώνει την κατανάλωση ρεύματος, ενώ το 62% αναβάλλει εργασίες συντήρησης ή επισκευής στο σπίτι ή το αυτοκίνητο.
Το 55% μειώνει και τις αγορές σε τρόφιμα και είδη παντοπωλείου, τάση που αντανακλάται και στις πωλήσεις των σουπερμάρκετ, που αυξάνονται μεν σε αξία, αλλά μειώνονται σε όγκο. Χέρι στον οικογενειακό κουμπαρά (όταν υπάρχει) έχει βάλει ο ένας στους τέσσερις καταναλωτές, για να καλύψει τρέχουσες ανάγκες, ενώ οι δύο στους δέκα είτε αναβάλλουν την πληρωμή λογαριασμών είτε αναγκάζονται να προβούν σε «στάση πληρωμών» αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ενα 15% των ερωτηθέντων, σε δείγμα 1.000 καταναλωτών, έχει αυξήσει τον χρόνο εργασίας ή έχει βρει δεύτερη δουλειά, για να συμπληρώσει το εισόδημά του, το 10% έχει αυξήσει τη χρήση πιστωτικών καρτών, ενώ υπάρχει ένα 9% που δεν έχει λάβει κανένα μέτρο για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων.
Εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο ο καταναλωτής αγοράζει με βασικό κριτήριο τα χρήματα που ξοδεύει, και όχι την ποιότητα, ούτε καν την ασφάλεια και την υγιεινή των προϊόντων, που μέχρι και το 2020 ήταν ο νούμερο ένα παράγοντας (ειδικά εν μέσω του πρώτου κύματος της πανδημίας). Η εξοικονόμηση χρημάτων δεν είναι απλώς η κύρια προτεραιότητα του αγοραστικού κοινού, αλλά κερδίζει διαρκώς έδαφος όσο αυξάνεται ο πληθωρισμός, καθώς το 65% την αναφέρει ως βασικό κριτήριο επιλογής προϊόντων. Ενδεικτικά, ενώ μέχρι τον Απρίλιο του 2021 οικονομία και ποιότητα σχεδόν συμβάδιζαν ως κριτήρια επιλογής, από τότε έχει υπερδιπλασιαστεί το ποσοστό του κοινού που ψωνίζει με βασικό κριτήριο τη χρηματική δαπάνη. Αντίθετα, μόλις το 18% βάζει σε προτεραιότητα την ποιότητα και ακόμα λιγότεροι -μόλις 7%- την υγιεινή και την ασφάλεια, όταν πριν από ένα χρόνο τα ποσοστά ήταν 28% και 10% αντίστοιχα.
