Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Πρώτα η Γερμανία» είναι το σύνθημα με το οποίο ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Ολαφ Σολτς απαντά τόσο στους εταίρους του στην Ε.Ε. όσο και στους επικριτές εντός της χώρας του για το πακέτο-μαμούθ 200 δισ. ευρώ -265 δισ. στην πραγματικότητα μαζί με τα αντίστοιχα πακέτα των κρατιδίων- για την ενίσχυση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, το οποίο χαρακτηρίστηκε «αθέμιτος ανταγωνισμός» και υπονόμευση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Αν και στην πραγματικότητα τα τελευταία 13-14 χρόνια, από τη χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, το μότο «πρώτα η Γερμανία» ήταν αυτό που κυριάρχησε στις κρισιμότερες αποφάσεις της Ε.Ε., έστω και χωρίς να διακηρύσσεται, ο Σολτς, στην άτυπη σύνοδο κορυφής στην Πράγα, προσπάθησε να αντισταθμίσει τις αποφάσεις της κυβέρνησής του με μια υποχώρηση. Φάνηκε διατεθειμένος να συζητήσει το ενδεχόμενο κοινού δανεισμού-έκδοσης ευρωομολόγου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, στα πρότυπα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Αυτό, ωστόσο, δεν είναι αρκετό για να ανακουφίσει τον νέο μεγάλο πονοκέφαλο της καγκελαρίας: το κύμα φυγής και μερικής ή ολικής μετεγκατάστασης γερμανικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες που υπόσχονται φτηνότερο ρεύμα. Και πρώτη από αυτές είναι οι ΗΠΑ και ιδιαίτερα οι νότιες Πολιτείες τους, που τους τελευταίους μήνες επιδίδονται σε μια επίθεση φιλίας και προσέλκυσης γερμανικών επιχειρήσεων στις περιοχές τους που προσφέρουν πολύ φτηνότερη ενέργεια, αλλά και κάποια άλλα κίνητρα, όπως φορολογικά. Η ειρωνεία του πράγματος: το κυριότερο δέλεαρ με το οποίο γίνεται η προσέλκυση μετεγκατάστασης γερμανικών επιχειρήσεων, κυρίως βιομηχανικών, στις ΗΠΑ είναι η φτηνή ηλεκτροπαραγωγή από μονάδες πυρηνικής ενέργειας που η ίδια η Γερμανία βιάστηκε να αποσύρει και να θέσει εκτός λειτουργίας, πριν βέβαια η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο εκτροχιασμός της ενεργειακής κρίσης τις καταστήσει και πάλι αναγκαίες.

Η παρουσία γερμανικών επιχειρήσεων στις ΗΠΑ δεν είναι φυσικά καινούργια. Τουλάχιστον 3.500 έχουν εγκαταστάσεις σε διάφορες Πολιτείες και απασχολούν πάνω από 1 εκατ. εργαζόμενους. Οι μισοί απασχολούνται στις 50 μεγαλύτερες γερμανικές επιχειρήσεις με μονάδες στις ΗΠΑ, ανάμεσα στις οποίες οι κολοσσοί Daimler, Volkswagen, MBW, BASF, Siemens, Bayer, Bosch, Aldi, Allianz, Thyssen, Hochtief, Munich Re, Henkel κ.ά. Κάθε μια τους απασχολεί από 1.000 έως 60.000 Αμερικανούς εργαζόμενους.

Οι κυβερνήτες πολλών αμερικανικών Πολιτειών έχουν ξεκινήσει το κυνήγι των επιχειρήσεων. Ο κυβερνήτης της Οκλαχόμα, Κέβιν Στιτ, δήλωνε προ ημερών περήφανα στη γερμανική Handelsblatt ότι η Πολιτεία του διέθετε το χαμηλότερο ενεργειακό κόστος στις ΗΠΑ τους 11 από τους 14 τελευταίους μήνες και το ίδιο περίπου ανέφερε και ο κυβερνήτης της Τζόρτζια. Βεβαίως, ο πρώτος δεν παρέλειπε να αναφέρει την ευαισθησία της Πολιτείας του «στην υπεράσπιση της αγέννητης ζωής», δηλαδή την απαγόρευση των αμβλώσεων, προσθέτοντας ένα επιπλέον αποκρουστικό φίλτρο αυτολογοκρισίας στις γερμανικές εταιρείες που θα προτιμήσουν την Οκλαχόμα.

Ανίχνευση εδάφους

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου, πολλές εταιρείες το σκέφτονται σοβαρά, ιδιαίτερα οι πιο ενεργοβόρες -χάλυβα, αλουμινίου, τσιμέντου- εξετάζουν να μετατοπίσουν στις ΗΠΑ επενδυτικά σχέδια για νέες παραγωγικές μονάδες και ορισμένες (Dax, Bayer, BASF, Aldi, Lufthansa κ.ά.) ήδη ανοίγουν νέες «βάσεις» στις ΗΠΑ ή στέλνουν διευθυντικά στελέχη για ανίχνευση του εδάφους.

Βεβαίως, πέρα από τις πολιτισμικού ενδιαφέροντος αναστολές (π.χ. αμβλώσεις), υπάρχουν κι άλλα φίλτρα από τα οποία μπορεί να υποχρεωθούν να περάσουν οι γερμανικές εταιρείες για να απολαύσουν τον… παράδεισο της αμερικανικής ενεργειακής φτήνιας. Ενα από αυτά είναι το νομοθέτημα που προωθούν από κοινού Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, το «National Critical Capabilities Defense Act», που ελέγχει εξαντλητικά τις επιχειρήσεις που επενδύουν στις ΗΠΑ έχοντας ταυτόχρονα δραστηριότητες στην Κίνα, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα φάρμακα, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, οι μπαταρίες. Και στην Κίνα έχουν επενδύσει πάνω από 5.000 γερμανικές επιχειρήσεις, με κορυφαίες τις αυτοκινητοβιομηχανίες, που προφανώς δεν είναι διατεθειμένες να θυσιάσουν τις εκεί μονάδες τους.

Για να αποτρέψει το κύμα φυγής στα αμερικανικά… πυρηνικά καταφύγια, η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί τώρα να κάνει πιο ελκυστικό και συγκεκριμένο το δικό της πακέτο κινήτρων, με τις επιδοτήσεις στο ρεύμα και στο αέριο μέχρι και την άνοιξη του 2024. Ωστόσο, με δεδομένο ότι το ενεργειακό κόστος εμφανίζεται μέχρι και δεκαπλάσιο σε σχέση με το 2020, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του συνδικάτου IG Metall, 1 στις 5 επιχειρήσεις του κατασκευαστικού και του βιομηχανικού τομέα σχεδιάζει μετεγκατάσταση τουλάχιστον μέρους των δραστηριοτήτων της σε άλλες χώρες – την Πορτογαλία, την Τσεχία ή και τις ΗΠΑ. Το ερώτημα είναι αν αυτή η τάση φυγής του γερμανικού επιχειρηματικού τομέα είναι ένδειξη έλλειψης «οικονομικού πατριωτισμού» ή πρόκειται για εκβιασμό προς την καγκελαρία ώστε να επιδείξει μεγαλύτερη γενναιοδωρία απέναντί τους.

Φυσικά, η σημαντικότερη διάσταση αυτών των διεργασιών είναι ότι η τακτική των ΗΠΑ έχει μετατρέψει την ενεργειακή κρίση σε ευρωπαϊκή -και κυρίως γερμανική- κρίση και σε αμερικανικό πλεονέκτημα.