Με θετικό πρόσημο έκλεισε το πρώτο εξάμηνο του 2022 για την αγορά των σουπερμάρκετ, σημειώνοντας αύξηση της αξίας των πωλήσεων των ταχυκίνητων προϊόντων κατά 1,6% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2021, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της εταιρείας IRI. Η ανάπτυξη όμως οφείλεται αποκλειστικά στην άνοδο των τιμών, η οποία σε κάποιες κατηγορίες προϊόντων αγγίζει το 9%, ενώ αντίθετα ο όγκος των πωλήσεων μειώθηκε συνολικά κατά 2,2%.
Επιβεβαιώνονται έτσι τα ευρήματα πρόσφατων μετρήσεων που δείχνουν ότι οι καταναλωτές περιορίζουν διαρκώς τις αγορές τους για να να αντεπεξέλθουν στο σφυροκόπημα των ανατιμήσεων. Μάλιστα, όπως φανερώνουν τα επιμέρους στοιχεία, αυτή τη φορά τα νοικοκυριά κόβουν ακόμα και από τα απαραίτητα, όπως είναι για παράδειγμα τα γαλακτοκομικά, οι πωλήσεις των οποίων μειώθηκαν κατά 5,6% ανά μονάδα προϊόντος, ενώ αντίθετα οι τιμές τους αυξήθηκαν συνολικά κατά 6,2%.
Ο τζίρος των σουπερμάρκετ το πρώτο εξάμηνο του 2022 άγγιξε τα 4,147 δισ. ευρώ, έναντι 4,081 το αντίστοιχο διάστημα του 2021, με την αγορά να εμφανίζει σημάδια αντοχής. «Μέχρι τώρα οι καταναλωτές “αγοράζουν” όπως λέμε τις ανατιμήσεις. Πληρώνουν για να διατηρήσουν το καλάθι σε ένα επίπεδο, ενώ παράλληλα υπάρχει ξεκάθαρη μεταστροφή σε φθηνότερες επιλογές, όπως τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (Private Label), που τρέχουν με ανάπτυξη 8,6%, όταν το σύνολο της αγοράς έχει ανάπτυξη περίπου 1,5%» λέει στην «Εφ.Συν.» ο Βαγγέλης Φώσκολος, senior consultant της IRI. Τον Ιούνιο ο υψηλός πληθωρισμός του 12,1% έφερε αυξήσεις στον τζίρο των σουπερμάρκετ κατά 9,5%, ενώ θετικά συνέβαλε και η άνοδος της τουριστικής κίνησης.
Αβέβαιο είναι ωστόσο το τοπίο για το φθινόπωρο, με τα στελέχη του κλάδου των σουπερμάρκετ να προεξοφλούν από τώρα ανατιμήσεις που θα έρχονται σε συνεχή κύματα, δημιουργώντας φόβους για «βουτιά» στις πωλήσεις. Ενδειξη συρρίκνωσης της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών είναι η μείωση στον όγκο πωλήσεων των τροφίμων κατά 1,5% (με αύξηση της αξίας πωλήσεων κατά 1,8%), ενώ ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση σημείωσαν τα προϊόντα ατομικής υγιεινής-φροντίδας και νοικοκυριού, με μείωση του όγκου πωλήσεων κατά 5,4% και 7,1%, αντίστοιχα.
