Αγώνα δρόμου για να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του 2015 η, τέταρτη κατά σειρά από το 2009, ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών δίνει η κυβέρνηση και τα επιτελεία των τραπεζών σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).
Στόχος είναι οι διαδικασίες να τρέξουν γρήγορα ώστε να μη χρειαστεί να φτάσουμε μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, οπότε ενεργοποιείται το νομοθετικό πλαίσιο για τη «διάσωση εκ των έσω» (bail in) και συνεπώς να αποκλειστεί και τεχνικά κάθε ενδεχόμενο για κούρεμα των ανασφάλιστων καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ, που εκτιμάται ότι θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις για την ανάκαμψη της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Στο πλαίσιο αυτό όπως έκανε γνωστό η πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών Λούκα Κατσέλη, η Ενωση έστειλε αίτημα προς τον ESM, ώστε να δοθεί προκαταβολή ύψους 10 δισ. ευρώ από το σύνολο των 25 δισ. ευρώ που προβλέπει η συμφωνία με τους δανειστές για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Τα κεφάλαια αυτά που θα συνίστανται σε ρευστό και ομόλογα θα διατεθούν από τον ESM «έναντι» κάλυψης πιθανών μελλοντικών κεφαλαιακών αναγκών, και στην περίπτωση που δεν αξιοποιηθούν, θα επιστραφούν.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως στο μεσοδιάστημα θα μπορούν να δοθούν στην ΕΚΤ ως ενέχυρα από τις τράπεζες προκειμένου να λάβουν πρόσθετη ρευστότητα, ενώ παράλληλα θα αποτελούν μαξιλάρι ασφαλείας για την περίπτωση που δεν καταστεί εφικτό να συγκεντρωθούν ιδιωτικά κεφάλαια, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης.
Με τα σημερινά δεδομένα δεν είναι πάντως ξεκάθαρο ποια από όλες τις εναλλακτικές που εξετάζονται ως προς τον μηχανισμό, ο οποίος θα αναλάβει να τρέξει την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, θα επιλεγεί.
Οι οριστικές αποφάσεις θα ληφθούν έπειτα από τον έλεγχο ποιότητας ενεργητικού, που αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τον Οκτώβριο, και τα stress tests που θα ακολουθήσουν με στόχο να προσδιοριστούν πριν από το τέλος του έτους οι ανάγκες των τραπεζών σε νέα κεφάλαια.
Ανάλογα με τις παραδοχές που θα ληφθούν υπόψη για τα τεστ ακραίων καταστάσεων (επιπτώσεις τραπεζικής αργίας, ρυθμός αύξησης των κόκκινων δανείων, ύφεση, χρήση αναβαλλόμενου φόρου κ.λπ.), οι ανάγκες εκτιμάται ότι κυμαίνονται από 4-5 δισ. ευρώ μέχρι και διψήφια νούμερα. Από τη διαγνωστική διαδικασία θα καθοριστούν και οι παράλληλες κινήσεις.
Ενα σενάριο για την ανακεφαλαιοποίηση είναι αυτή να γίνει απευθείας από τον ESM με την έκδοση νέων κοινών μετοχών από τις τράπεζες.
Σε αυτό το σενάριο οι ιδιώτες μέτοχοι, που σήμερα ελέγχουν το 33,7% της Alpha, το 33,07% της Πειραιώς, το 42,8% της Εθνικής και το 64,6% της Eurobank, ουσιαστικά θα εξοβελιστούν και θα χάσουν τα λεφτά τους, ενώ αντίστοιχα καταστροφικές θα είναι οι συνέπειες και για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που ήδη σε χρηματιστηριακό επίπεδο έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος από τα 25 δισ. ευρώ που δανείστηκε η Ελλάδα για την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών το 2013 και τα 13 δισ. ευρώ που κόστισε η εκκαθάριση εννέα μικρότερων τραπεζών.
Συνολικά το ΤΧΣ έχει χάσει πάνω από 17,5 δισ. ευρώ από τα 25 δισ. που επένδυσε στις τράπεζες.
Το σενάριο απευθείας ανακεφαλαιοποίησης από τον ESM δεν είναι επιθυμητό ούτε από την κυβέρνηση, αλλά ούτε και από τους ιδιώτες μετόχους των τραπεζών, καθώς η «απίσχνανση» που θα υποστούν θα είναι θηριώδης. Πέραν τούτων ο «αφελληνισμός» των τραπεζών, που θα συνεπαγόταν τεράστιες οικονομικές απώλειες και όσο θετικός μπορεί να είναι για να σπάσει το απόστημα μεταξύ τραπεζικού συστήματος και μεγαλοσυμφερόντων στην Ελλάδα, απέχει παρασάγγας από τις θέσεις της κυβέρνησης, οι οποίες στο παρελθόν έκαναν λόγο ακόμη και για «εθνικοποίηση».
Υπό το πρίσμα αυτό, βασικός σχεδιασμός της ελληνικής κυβέρνησης είναι να χρησιμοποιήσει τον υφιστάμενο μηχανισμό του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την ανακεφαλαιοποίηση.
Θα ζητηθεί, δηλαδή, το ΤΧΣ να «προικοδοτηθεί» εκ νέου με κεφάλαια από τα 25 δισ. ευρώ που προορίζονται για τις ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες που θα ανακύψουν εφόσον οι αυξήσεις κεφαλαίου δεν καλυφθούν εξ ολοκλήρου από ιδιώτες και τα κεφάλαια από τυχόν πωλήσεις θυγατρικών και άλλων στοιχείων του ενεργητικού δεν επαρκούν.
