«Δεν είναι αυτό που νομίζετε», ήταν η απάντηση της κυβέρνησης στα στοιχεία-κόλαφο της ΕΛΣΤΑΤ για αύξηση της φτώχειας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της οικονομικής ανισότητας στην Ελλάδα. Μολονότι η έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών για το έτος 2021 διαπιστώνει ότι σχεδόν ο ένας στους τρεις κατοίκους ζει στο χείλος της ανέχειας, το υπουργείο Οικονομικών επιμένει ότι η «αύξηση των δεικτών φτώχειας και ανισότητας που καταγράφεται για το έτος 2020 είναι συγκυριακή και οφείλεται στη δομή της ελληνικής οικονομίας» και ότι του χρόνου θα έχουμε πλήρη αναστροφή των δεικτών.
Εστιάζει μάλιστα στη σχετική μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που ζει σε συνθήκες υλικής στέρησης, στο 14,8% το 2021 από 16,6% το 2020, ερμηνεύοντάς το ως πρόδρομο δείκτη ανάπτυξης και ευημερίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των επί μέρους δεικτών, η κατάσταση χειροτέρεψε το 2021 σε ό,τι έχει να κάνει με την κάλυψη στεγαστικών δαπανών και πάγιων εξόδων.
Για παράδειγμα, αυξήθηκε σημαντικά το ποσοστό των νοικοκυριών που αδυνατούν να πληρώσουν ενοίκιο, δόσεις δανείων, πάγιους λογαριασμούς και καταναλωτικά δάνεια, το οποίο αγγίζει πλέον το 36,4% του γενικού πληθυσμού, από 32% το 2020, ενώ για τα φτωχά νοικοκυριά το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 58,3%. Αύξηση σημειώνει και η ενεργειακή φτώχεια, αφού το 17,7% του πληθυσμού αδυνατεί να πληρώσει για ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα και δροσιά το καλοκαίρι – από 17% το 2020.
Το 46,3% των κατοίκων της Ελλάδας αδυνατούν να καλύψουν έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες, ύψους περίπου 410 ευρώ, ποσοστό που για τα φτωχά νοικοκυριά αυξάνεται στο 81,7%. Το 33,8% των φτωχών νοικοκυριών στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ η διατροφική ανασφάλεια πλήττει το 11% του γενικού πληθυσμού.
