Μετά πολλών επαίνων καλοδέχεται το ΔΝΤ την πρόωρη πληρωμή των εκκρεμών δανείων ύψους 1,8 δισ. ευρώ από την Ελλάδα, στο πλαίσιο της ανακοίνωσής του για τη διαβούλευση του άρθρου IV του Ταμείου για το 2022, διαδικασία που ακολουθείται με όλες τις χώρες-μέλη του. Το ΔΝΤ επισημαίνει ως θετικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας: Την ισχυρή ανάκαμψη του 2021, μετά τη βαθιά ύφεση της πανδημίας το 2020. Τη μεγάλη μείωση των «κόκκινων» δανείων χάρη στο πρόγραμμα «Ηρακλής». Την ενισχυμένη ρευστότητα των τραπεζών, χάρη και στη διευκολυντική πολιτική της ΕΚΤ. Τη σταθερή μείωση της ανεργίας και την πρόοδο στην ψηφιοποίηση, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη βελτίωση του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Ως προς τις επιπτώσεις της ουκρανικής κρίσης, οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ είναι εξαιρετικά μετριοπαθείς: προβλέπει μείωση της ανάπτυξης κατά μία ποσοστιαία μονάδα, στο 3,5%, σε σχέση με την προηγούμενη εκτίμηση, και μέσο πληθωρισμό 4,5%. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πέσει κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα το 2023, αλλά παρά τα υψηλά διαθέσιμα (τον «κουμπαρά» των 38 δισ. ευρώ) «η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί το χρέος της υπό συνθήκες σοβαρού σοκ εξαρτάται από τη συνεχιζόμενη ευρωπαϊκή υποστήριξη».
Η αντιπροσωπεία του ΔΝΤ συνέστησε στην Ελλάδα τη διατήρηση μιας διευκολυντικής δημοσιονομικής πολιτικής, πρωτογενές έλλειμμα κάτω του 2% φέτος και αντίστοιχο πλεόνασμα από το 2023 και μέχρι το 2027. Το Ταμείο εκφράζει την αντίθεσή του στις μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών που προωθεί η κυβέρνηση -θα πρέπει να αντιστραφούν, καθώς μεταφέρουν το βάρος στις μελλοντικές γενιές, αναφέρει χαρακτηριστικά-, ενώ για τιμαριθμικές αυξήσεις σε μισθούς Δημοσίου και συντάξεις ζητεί να προωθηθούν από το 2023 και ενθαρρύνει μεν «μια συνετή αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά με τρόπο που να διαφυλάσσει την ανταγωνιστικότητα».
