Aντιμέτωπη με οκτώ μεγάλους κινδύνους και προκλήσεις έρχεται η ελληνική οικονομία το 2022. Οι βασικές αβεβαιότητες για το νέος έτος συνδέονται, αφ’ ενός, με τον υποτροπιασμό της πανδημίας μέσω της μετάλλαξης Ομικρον και αφετέρου, με την πορεία του πληθωρισμού που πυροδοτείται από την έκρηξη των τιμών στην ενέργεια και από την ακρίβεια στα ράφια των σουπερμάρκετ.
Πέραν των δημοσιονομικών παρενεργειών η αναζωπύρωση του πληθωρισμού βάζει νάρκες στον δρόμο για την ανάκαμψη καθώς συρρικνώνει την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων και ταυτόχρονα διαμορφώνει κλίμα ανασφάλειας, παράγοντες που οδηγούν σε συγκράτηση της κατανάλωσης που αποτελεί κινητήρια δύναμη για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Το οικονομικό επιτελείο ποντάρει στην ώθηση των κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για την επιτάχυνση του ΑΕΠ υπό την προϋπόθεση ότι θα ενυδατώσουν εγκαίρως την πραγματική οικονομία. Η έξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία τον Ιούνιο σε συνδυασμό με τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, τη βελτίωση του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας και τη δικαιότερη κατανομή στα φορολογικά βάρη του ΕΝΦΙΑ συγκροτούν τη λίστα με τα μεγαλύτερα στοιχήματα της χρονιάς που έρχεται.
■ Πανδημία: Η ραγδαία εξάπλωσης της Ομικρον επιβεβαιώνει αναλυτές και οικονομολόγους ότι η πανδημία εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία, ενώ πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι δεν έχει ακόμα φανεί φως στην άκρη του τούνελ που θα αλλάξει την ψυχολογία και τη διάθεση σε ολόκληρη την οικουμένη.
■ Ανάπτυξη: Στο 4,5% τοποθετείται ο πήχης της ανάπτυξης για το 2022, ωστόσο αν υπάρξουν εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα στην οικονομία για την αναχαίτιση των μολύνσεων από το στέλεχος της Ομικρον, που είναι ένα πιθανό σενάριο, οι εκτιμήσεις για τον στόχο της ανάκαμψης θα αναθεωρηθούν επί τα χείρω. Η δυσμενέστερη εκδοχή του προϋπολογισμού που συνδέεται με τους κινδύνους της πανδημίας και την ενεργειακή ακρίβεια κατεβάζει μία μονάδα κάτω, στο 3,5%, τον ρυθμό μεγέθυνσης για το 2022. Σε ό,τι αφορά το 2021 ο ακριβής ρυθμός για το σύνολο του έτους θα κλειδώσει τον Μάρτιο με την ανακοίνωση από την ΕΛΣΤΑΤ των στοιχείων για την πορεία της οικονομίας το τέταρτο τρίμηνο. Στελέχη του οικονομικού επιτελείου εκφράζουν αισιοδοξία ότι η τάση, παρά την πληθωριστική καταιγίδα που πυροδοτούν οι απότομες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και στα είδη διατροφής, θα παραμείνει ανοδική, με το ΑΕΠ να προσπερνά την πρόβλεψη του προϋπολογισμού για αύξηση 6,9% το 2021. Σημειώνεται ότι η εκτίμηση της Κομισιόν είναι για ανάπτυξη 7,1% και της Τραπέζης της Ελλάδος για 8%.
■ Εξοδος από την ενισχυμένη εποπτεία: Τρεις αξιολογήσεις από τους δανειστές και δυο επιταγές των 765 εκατ. ευρώ από τον ESM, που αντιστοιχούν στα κέρδη που αποκόμισαν η ΕΚΤ και οι τράπεζες του ευρωσυστήματος από τα ακούρευτα ελληνικά ομόλογα, στέκονται εμπόδιο στην έξοδο της χώρας από την ενισχυμένη εποπτεία το 2022. Ο κυβερνητικός στόχος είναι για απαγκίστρωση από την ενισχυμένη εποπτεία με την αξιολόγηση του Ιουνίου που θα ξεκλειδώσει διπλή δόση από ANFA’s για την Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι μεταμνημονιακές μεταρρυθμίσεις θα έχουν παραδοθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Διαφορετικά θα υπάρξει παράταση της ενισχυμένης εποπτείας μέχρι τον Οκτώβριο. Πάντως νέα δείγματα γραφής για την πορεία των μεταρρυθμίσεων που εκκρεμούν θα δώσει το οικονομικό επιτελείο στη 13η αξιολόγηση που θα ξεκινήσει μετά τις 20 Ιανουαρίου 2022.
■ Πρωτογενή πλεονάσματα: Μολονότι υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μέχρι την εκκίνηση των διαπραγματεύσεων για τα ελληνικά πλεονάσματα, καθώς προηγείται η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας που προβλέπεται ότι θα είναι μακρά και δύσκολη, εντούτοις το μπα ντε φερ με την ευρωζώνη προμηνύεται σκληρό.
Η ελληνική πλευρά με το μικρό δίκτυο συμμάχων που διαθέτει στην Ευρώπη θα επιδιώξει αλλαγή της συμφωνίας του 2018 που προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3% του ΑΕΠ το 2023 με σταδιακή αποκλιμάκωση στο 2,5% του ΑΕΠ το 2024 και στο 2,2% του ΑΕΠ από το 2025 και μετά έως και το 2060 που θα έχει αποπληρωθεί το 75% του ελληνικού χρέους προς τον ESM. Αρμόδιες κυβερνητικές πηγές προεξοφλούν ότι το 2023, όπου θεωρητικά ο κορονοϊός δεν θα υπάρχει στον χάρτη και θα έχουμε επιστρέψει στην κανονικότητα, θα υπάρχει κάποιας μορφής πειθαρχία για την Ελλάδα αλλά όχι με τη μορφή θηλιάς στην οικονομία. Ολα αυτά βέβαια μένει να φανούν εκ του αποτελέσματος…
■ Ταμείο Ανάκαμψης – ΠΔΕ – ΕΣΠΑ: Κονδύλια άνω των 18 δισ. ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης εκτιμάται ότι θα διοχετευθούν το 2022 στην οικονομία και θα κρίνουν το στοίχημα για αύξηση των επενδύσεων κατά 21,9%. Οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις θα ανέλθουν σε 7,8 δισ. ευρώ -εκ των οποίων τα 6,5 δισ. ευρώ θα έρθουν από κοινοτικούς πόρους και 1,3 δισ. ευρώ από εθνικούς- ενώ σε αυτόν τον λογαριασμό θα πρέπει να προστεθούν και τα 3,5 δισ. ευρώ που αποτελούν κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τα οποία η Ελλάδα θα πρέπει να αξιοποιήσει τάχιστα. Αλλα 3,1 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι θα πέσουν στην οικονομία μέσω του νέου ΕΣΠΑ και θα αρχίσουν να εκταμιεύονται το πρώτο τετράμηνο του 2022 δίνοντας προτεραιότητα στις πράσινες επενδύσεις.
Σε ό,τι αφορά τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης αρμόδιες πηγές εκτιμούν ότι μέσα στο πρώτο δίμηνο του 2022 θα τρέξουν οι προκηρύξεις για τρία μεγάλα έργα που αφορούν τον τουρισμό, την ψηφιακή μετάβαση των επιχειρήσεων και ειδικά προγράμματα για τον αγροτικό τομέα, έτσι ώστε μέχρι το τέλος Μαρτίου να ξεκινήσουν οι πρώτες εκταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων των επιχειρήσεων. Τον Μάρτιο του 2022 αναμένεται να εκταμιευτεί η πρώτη δόση ύψους 3,9 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης μετά τις προκαταβολές του καλοκαιριού.
■ Πιστοληπτική ικανότητα: Εννέα «ραντεβού» με τους οίκους αξιολόγησης έχει η ελληνική οικονομία μέσα στο 2022 που θα κρίνουν το στοίχημα της επενδυτικής βαθμίδας και την είσοδο αξιόλογων επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα τα οποία θα βάλουν το ελληνικό χρηματιστήριο στον χάρτη με τις αναπτυγμένες αγορές. Η αυλαία των αξιολογήσεων θα ανοίξει με τη Fitch, η οποία στις 14 Ιανουαρίου θα μεταδώσει το πρώτο στίγμα για την πορεία της ανάκαμψης, τις δημοσιονομικές προοπτικές και τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Η χώρα θα έχει άλλες δυο «αναμετρήσεις» με τον οίκο, 8 Ιουλίου και 7 Οκτωβρίου, σε περίπτωση που τον Ιανουάριο δεν καταφέρει να προσπεράσει την κατηγορία «ΒΒ» όπου βρίσκεται… παρκαρισμένη. Σειρά θα πάρει ο καναδικός οίκος DBRS στις 18 Μαρτίου, ο οποίος τον Σεπτέμβριο αναβάθμισε το αξιόχρεο της Ελλάδας σε «ΒΒ» με θετική τάση. Η δεύτερη αξιολόγηση είναι προγραμματισμένη για τις 16 Σεπτεμβρίου.
Το μεγάλο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η κίνηση που θα κάνει η Moody’s, εάν μετά τη «σιωπή» που επέδειξε στην αξιολόγηση του Νοεμβρίου θα προχωρήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η οποία σήμερα βρίσκεται τρεις βαθμίδες χαμηλότερα από την επενδυτική στην κατηγορία «Ba3» σε σχέση με τους υπόλοιπους οίκους. Στις 22 Απριλίου θα ακουστεί η πρώτη ετυμηγορία από την S&P και στις 21 Οκτωβρίου η δεύτερη και αυτό που επιθυμεί διακαώς η ελληνική πλευρά είναι να μην περάσουν «άπρακτα» τα δυο ραντεβού. Ο οίκος διατηρεί από τον Απρίλιο την ελληνική οικονομία στην κατηγορία «ΒΒ» με θετικές τις προοπτικές.
