ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρτεμις Σπηλιώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι θετικές και καλύτερες των αρχικών εκτιμήσεων επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού δείχνουν ότι το 2022 θα πλησιάσει τα έσοδα του 2019, της τελευταίας χρονιάς «κανονικότητας». Το οικονομικό επιτελείο και με βάση τα όσα αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό θέτει ως στόχο για τα έσοδα το 80% αυτών του 2019, ενώ η φετινή χρονιά αναμένεται να κλείσει κοντά στο 55% σε σχέση με το 2019, που σε απόλυτα νούμερα σημαίνει έσοδα 10 δισ. ευρώ για φέτος και 16 δισ. ευρώ για την επόμενη χρονιά. Υψηλότερη, στα 12 δισ. ευρώ, είναι η πρόβλεψη του υπουργού Τουρισμού Βασίλη Κικίλια για τα έσοδα, ωστόσο, όπως σημειώνουν παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών, η απόκλιση των εκτιμήσεων αναφορικά με τα έσοδα της φετινής χρονιάς οφείλεται στην πάγια τακτική του ΥΠΟΙΚ να είναι πιο συντηρητικό.

«Η αγορά βλέπει ΑΕΠ στο +7,5% και οι τζίροι είναι αντίστοιχοι με τους αντίστοιχους το 9μηνο του 2019 για τις επιχειρήσεις, ενώ και οι πρόδρομοι δείκτες που παρουσιάζονται από τον κλάδο του τουρισμού είναι αρκετά αισιόδοξοι», ανέφεραν στελέχη του οικονομικού επιτελείου.

Φαίνεται ωστόσο ότι φρένο στην αισιοδοξία –χωρίς πάντως να αλλάζει το θετικό κλίμα– που δημιούργησαν οι φετινές επιδόσεις και οι προκρατήσεις για το 2022 βάζει η νέα έξαρση της πανδημίας, σε συνδυασμό με το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις ανατιμητικές τάσεις που θα επηρεάσουν άμεσα τους χειμερινούς προορισμούς αλλά και τις καταναλωτικές συνήθειες, ειδικά αν αποδειχθεί ότι το φαινόμενο δεν είναι και τόσο παροδικό όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Αυτός είναι και ένας από τους λόγους, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΤΕ Γιάννη Ρέτσο, που πρέπει «ν’ αρχίσουμε δουλειά για την επόμενη μέρα, βάζοντας στο επίκεντρο τις υποδομές, το ποιοτικό προϊόν και τις εμπειρίες», όπως είπε πρόσφατα από το βήμα του συνεδρίου των προέδρων της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων.

Αυτό άλλωστε αποτυπώνει την τάση του κλάδου να επενδύσει στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εισερχόμενης τουριστικής κίνησης και να ξεφύγει από το «κυνήγι» της ποσότητας που πολλές φορές αλλοιώνει την ποιότητα του προϊόντος, ειδικά σε προορισμούς που έχουν κορεστεί και οι υποδομές δεν «σηκώνουν» μεγαλύτερο αριθμό τουριστών από αυτόν που ήδη υποδέχονται. Και αυτός είναι ο λόγος που στελέχη της αγοράς –όχι μόνο του τουρισμού αλλά και των τραπεζών– και της Αυτοδιοίκησης θέτουν με ολοένα και πιο επιτακτικό τρόπο την ανάγκη ενός ολιστικού σχεδιασμού που δεν αφορά μόνο τους επισκέπτες αλλά και τις τοπικές κοινωνίες.

«Οσο εξαιρετικές και αν είναι οι τουριστικές μονάδες, σε ένα μικρό πανέμορφο νησί που υποδέχεται χιλιάδες επισκέπτες, αν δεν έχεις λύσει προβλήματα όπως του νερού, των σκουπιδιών και βασικών υποδομών, όπως οδικό δίκτυο, λιμάνι κ.ά., δεν μπορείς να έχει ποιοτικό τουρισμό. Ούτε βέβαια να έχει λιμάνι αλλά να μην έχει ακτοπλοϊκή σύνδεση όλο τον χρόνο», αναφέρει τραπεζικό στέλεχος που παρακολουθεί από πολύ κοντά τις εξελίξεις του τουριστικού κλάδου, ο οποίος στηρίχθηκε από τις τράπεζες και τα τελευταία μορατόρια που λήγουν στο τέλος του χρόνου αφορούν ξενοδοχειακά δάνεια.

Ωστόσο πέραν των εσόδων το στοιχείο που δημιουργεί αισιοδοξία όχι μόνο για την επόμενη χρονιά αλλά και μακροπρόθεσμα είναι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου που σε πολλές περιοχές, όπως στο Νότιο Αιγαίο και στην Κρήτη, «τράβηξε» μέχρι και πριν από λίγες ημέρες. Βέβαια, όπως σημειώνουν παράγοντες της τουριστικής αγοράς, είναι ακόμα πρόωρο να πούμε ότι μεγάλωσε η ελληνική τουριστική σεζόν καθώς λόγω των περιορισμών της πανδημίας, μοιάζει περισσότερο για… μετατόπιση της σεζόν, μια και η τουριστική κίνηση ξεκίνησε από τον Ιούλιο και μετά. Ωστόσο δεν παύει να είναι θετικό το γεγονός ότι οι ξένοι επισκέπτες ανακάλυψαν τις φθινοπωρινές διακοπές στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τον Σεπτέμβριο οι τουριστικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατακόρυφα και ανήλθαν στα 2,175 δισ. ευρώ, έναντι 867 εκατ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2020, που σημαίνει ότι ανακτήθηκε το 75% των εσόδων του 2019 όταν τα έσοδα είχαν διαμορφωθεί στα 2,886 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο 9μήνου τα έσοδα ανήλθαν σε 8,757 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 55% των εσόδων του 2019, έναντι 3,66 δισ. ευρώ το 2020.