Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα βήμα πιο κοντά στην αγορά ελληνικού κρατικού χρέους από την ΕΚΤ μέσω του προγράμματος επαναγοράς κρατικών ομολόγων έρχεται η Ελλάδα, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης που γνωμοδεί υπέρ της δυνατότητας της ΕΚΤ να αγοράζει απεριόριστες ποσότητες ομολόγων των χωρών της ευρωζώνης σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.

Αυτό που μερίδα μέσων ενημέρωσης επιχείρησε να παρουσιάσει, στο πλαίσιο της καλλιεργούμενης κινδυνολογίας, ως «καταστροφική απόφαση που διευκολύνει τη χρεοκοπία της χώρας μας», είναι στην πραγματικότητα μια θετική εξέλιξη, καθώς ανοίγει τον δρόμο στην ΕΚΤ να εντάξει και τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, εφόσον από σήμερα και τις επόμενες ημέρες δημιουργηθούν προϋποθέσεις επίτευξης συμφωνίας με τους δανειστές.

Ο ίδιος ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι έχει τοποθετηθεί επισήμως δηλώνοντας ότι για να μπορεί η ΕΚΤ να δρομολογήσει πρόγραμμα αγοράς ελληνικών ομολόγων, τα οποία θα μπορεί να διακρατά επ’ αόριστον στον ισολογισμό της, «πρέπει να υπάρχει βεβαιότητα άμεσης προοπτικής ολοκλήρωσης συμφωνίας». Ητοι, ακόμη κι αν δεν υπάρξει σήμερα-αύριο επίσημα συμφωνία, να δημιουργηθεί εκείνο το πολιτικό υπόβαθρο, είτε από το Eurogroup είτε από άλλον πολιτικό «μηχανισμό» όπως η σύνοδος κορυφής, ώστε να δοθεί η κάλυψη στην ΕΚΤ να συμπεριλάβει στο πρόγραμμα-μαμούθ του 1,5 τρισ. ευρώ και την Ελλάδα, η οποία είναι το μοναδικό μέλος της ευρωζώνης που παραμένει αποκλεισμένο από το πρόγραμμα.

Ενώ μάλιστα μία από τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για την αγορά ελληνικών ομολόγων ήταν η ολοκλήρωση της 5ης αξιολόγησης του Μνημονίου, για πρώτη φορά με τη συγκεκριμένη απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου της Ε.Ε. φαίνεται πως η επαναγορά κρατικών ομολόγων αποσυνδέεται από την υποχρέωση πλήρους τήρησης των υποχρεώσεων ενός κράτους από το πρόγραμμα προσαρμογής και συνδέεται ευθέως με τους τυχόν κλυδωνισμούς στις αγορές.

Παρέμβαση

Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση «η πλήρης τήρηση από το οικείο κράτος-μέλος των υποχρεώσεων που απορρέουν από ένα πρόγραμμα προσαρμογής, το οποίο έχει αποδεχτεί, δεν συνιστά, εν πάση περιπτώσει, επαρκή προϋπόθεση για την ύπαρξη παρεμβάσεως του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (…) καθόσον η παρέμβαση αυτή εξακολουθεί, μεταξύ άλλων, να εξαρτάται απολύτως από τους τυχόν κλυδωνισμούς του μηχανισμού μεταδόσεως της νομισματικής πολιτικής ή προσβολής του ενιαίου χαρακτήρα της πολιτικής αυτής».

Αναφέρεται επίσης ότι «στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του Πρωτοκόλλου περί το ΕΣΚΤ και την ΕΚΤ επιτρέπεται στο ΕΣΚΤ, για την επίτευξη των σκοπών του και την εκτέλεση των καθηκόντων του, να συναλλάσσεται στις χρηματαγορές, μεταξύ άλλων, αγοράζοντας και πωλώντας με οριστικές πράξεις διαπραγματεύσιμους τίτλους, στους οποίους συγκαταλέγονται τα κρατικά ομόλογα, χωρίς να εξαρτά την άδεια αυτή από ειδικούς όρους, καθ’ όσον άλλως θα παραγνωριζόταν ο ίδιος ο χαρακτήρας των πράξεων ανοικτής αγοράς».

Αγορά χρέους

Στην πράξη, αν ληφθεί η απαιτούμενη «πολιτική απόφαση», η ΕΚΤ θα μπορεί να αγοράσει έως και το σύνολο του ελληνικού χρέους που βρίσκεται στα χέρια τραπεζών και ιδιωτών, το οποίο υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 54 δισ. ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη απόφαση που ήρθε ουσιαστικά να «νομιμοποιήσει» τις δυνατότητες της ΕΚΤ να «κόβει» σε απεριόριστες ποσότητες χρήμα προκειμένου να αγοράζει ευρωπαϊκό χρέος από τις τράπεζες και τους ιδιώτες επενδυτές, στα πρότυπα αντίστοιχων κινήσεων που έχουν ήδη υλοποιήσει οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Μεγάλης Βρετανίας, αποτελεί μια εξέλιξη ιστορικών διαστάσεων για την Ευρώπη, καθώς συνιστά το πρώτο βήμα προκειμένου να αντιμετωπιστεί συνολικά η κρίση χρέους στην ευρωζώνη με τη μετεξέλιξη της ΕΚΤ σε έναν τεράστιο «σκουπιδοτενεκέ» χρέους.

Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης στην Ευρώπη δρομολογήθηκε προληπτικά φέτος με βασικό στόχο να απορροφήσει τους κραδασμούς που αναμένεται να προκαλέσει στις αγορές όχι φυσικά ένα ελληνικό Grexit, το οποίο θεωρείται εντελώς απίθανο, αλλά η διακοπή του αντίστοιχου προγράμματος της FED και πολύ περισσότερο οι επικείμενες αυξήσεις των αμερικανικών επιτοκίων από τα τέλη της χρονιάς – με αρχές του 2016, που εκτιμάται ότι θα δρομολογήσουν τεράστιες μετακινήσεις κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ.