ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μάριος Χριστοδούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε νέα, υψηλότερη βάση, ακόμη και στην περιοχή του 5% από 3,6%, που είναι ο ετήσιος αναθεωρημένος στόχος, μπαίνουν οι προβλέψεις για τη φετινή ανάκαμψη, ενώ επανασχεδιάζονται οι φοροελαφρύνσεις, μετά τη διψήφια αύξηση της ελληνικής οικονομίας στο δεύτερο τρίμηνο, με βασικούς κινητήρες την κατανάλωση, τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών (ναυτιλιακό συνάλλαγμα, μεταφορές) και τις επενδύσεις.

Στο εξάμηνο, η αύξηση του ΑΕΠ είναι 7%. Ωστόσο το «στοίχημα» της ανάπτυξης θα κριθεί τους τελευταίους μήνες, όπου η ακρίβεια θα έχει καλύψει το σύνολο των προϊόντων της αγοράς και οι επιπτώσεις στην κατανάλωση από τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών θα είναι εμφανείς.

Στο οικονομικό επιτελείο επικρατεί μεγάλος προβληματισμός, καθώς μια γενικευμένη ακρίβεια που θα «κάψει» όχι μόνο τα εισοδήματα των πολιτών αλλά και τις μειώσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης, των άμεσων φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην αναθέρμανση της κατανάλωσης, που αποτελεί βασικό ζητούμενο για να πάρει μπροστά η ελληνική οικονομία. Πολλά, πάντως, θα εξαρτηθούν και από το πόσο ψηλά θα ανέβει φέτος ο πήχης των τουριστικών εσόδων, ο οποίος για την ώρα τοποθετείται στο 70% των εισπράξεων του 2019 (20 δισ. ευρώ).

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το ΑΕΠ κατέγραψε αύξηση 16,2% στο δεύτερο φετινό τρίμηνο, σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό, η οποία λίγο έως πολύ ήταν αναμενόμενη όχι μόνο γιατί είχε φανεί από τους πρόδρομους δείκτες, αλλά γιατί η σύγκριση έγινε με ένα διάστημα που ήταν παραγωγικά «νεκρό», λόγω της πολύμηνης καραντίνας της χώρας. Συνεπώς, ήταν μαθηματικά αδύνατο να μην υπάρξει ανάπτυξη, ακόμη και αν η αγορά στο δεύτερο τρίμηνο φέτος παρέμενε κλειστή.

Πράγμα που δεν συνέβη, οπότε η αναπήδηση της ελληνικής οικονομίας επιβεβαιώνει τη «θεωρία του ελατηρίου», ότι έπειτα από ύφεση 15,2% (β’ τρίμηνο 2020!) βαθιά, έρχεται εκτίναξη του ΑΕΠ με γρηγορότερους ρυθμούς από το κανονικό. Ακόμα και έτσι να έχουν τα πράγματα, το ελατήριο λειτούργησε πολύ καλύτερα σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες που πέρυσι βρέθηκαν σε ανάλογα βάθη ύφεσης και φέτος έπιασαν μεγαλύτερες ταχύτητες στο ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της Eurostat, το ΑΕΠ της Ιρλανδίας έτρεξε με 21,1%, της Ισπανίας με 19,8%, της Γαλλίας με 18,7%, της Ιταλίας με 17,3%, ενώ κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται Πορτογαλία με 15,5% ανάπτυξη, Γερμανία με 9,2%, Λιθουανία με 8,6%, Τσεχία με 7,8%. Το ΑΕΠ της ευρωζώνης σημείωσε αύξηση 14,3% στο δεύτερο τρίμηνο και της Ε.Ε. 13,2%. Την ίδια στιγμή, ενώ η απασχόληση στην Ευρωζώνη και την ΕΕ το ίδιο τρίμηνο αυξήθηκε κατά 1,8% και 1,9% αντίστοιχα, στην Ελλάδα ήταν μόλις 0,6%, έναντι αύξηση 3,3% στη Γερμανία, 4,3% στην Ισπανία, 1,9% στη Γαλλία και την Ιταλία.

Αναλυτικότερα, με βάση τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η αύξηση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση είναι αποτέλεσμα της πορείας των παρακάτω δεικτών:

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ: Παρουσίασε αύξηση κατά 12,1% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2020.

ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ: Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 12,9% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2020.

ΕΞΑΓΩΓΕΣ αγαθών και υπηρεσιών: Σημείωσαν αύξηση κατά 22,6%. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 17,1%, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 28,8%.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ αγαθών και υπηρεσιών: Παρουσίασαν αύξηση κατά 22,5% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2020. Οι εισαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 19,7% και οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 35,2%.

Σε δημοσιονομικό πεδίο, η αύξηση του ΑΕΠ οδηγεί σε μικρότερα ποσοστά το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, ενώ αυξάνει κατά 1,5 – 1,6 δισ. ευρώ τα φορολογικά έσοδα του προϋπολογισμού. Με αυτό τον τρόπο, δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος για φοροελαφρύνσεις, όπως έχει φανεί μέσα από τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα, ο οποίος αφήνει παράθυρο για αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη με το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού που θα κατατεθεί Δευτέρα 4 Οκτωβρίου στη Βουλή.