Σύγχρονοι «σκλάβοι» της Εφορίας και του ΕΦΚΑ είναι οι Ελληνες φορολογούμενοι, οι οποίοι πρέπει να δουλεύουν 179 από τις 365 ημέρες τον χρόνο για να αποπληρώσουν το σύνολο των ετήσιων φόρων και εισφορών που οφείλουν στο κράτος.
Σύμφωνα με την έρευνα του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών «Μάρκος Δραγούμης» (ΚΕΦίΜ), μόνο η πληρωμή των έμμεσων φόρων απαιτεί 75 ημέρες δουλειάς, οι ασφαλιστικές εισφορές 60, οι άμεσοι φόροι 43 και οι φόροι κεφαλαίου μία ημέρα. Για το 2021 η ημέρα φορολογικής ελευθερίας είναι η 29η Ιουνίου, από την οποία το 100% του εισοδήματός (από κάθε πηγή) του μέσου φορολογούμενου τού ανήκει εξ ολοκλήρου.
Στα χρόνια των μνημονίων η κατάσταση επιδεινώθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 147 ημέρες που έπρεπε να εργαστεί το 2009 ο μέσος Ελληνας για να πληρώσει φόρους και εισφορές, το 2018 έπρεπε να εργαστεί 186 ημέρες, 175 το 2020 και 179 το 2021.
Η μείωση αυτή οφείλεται στη χαμηλή είσπραξη φορολογικών εσόδων και όχι στον περιορισμό των κρατικών δαπανών. Τα συνεχόμενα περιοριστικά μέτρα στην οικονομία μείωσαν τα φορολογικά έσοδα, ενώ αυξήθηκαν οι κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα, αν συμπεριληφθεί το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, το 2021 να προβλέπεται το έτος με τις περισσότερες ημέρες εργασίας για το κράτος (221) μετά το 2013. Σύμφωνα με την έκθεση, την εικοσαετία από το 1999 έως το 2018 προστέθηκαν 47 παραπάνω ημέρες εργασίας για το κράτος. Το 1999 εργαστήκαμε 139 ημέρες, το 2012 174 ημέρες, ενώ το 2018 φτάσαμε τις 186 ημέρες για να πληρωθούν οι φόροι και οι εισφορές. Το διάστημα 2019-2020 καταγράφεται η πρώτη σημαντική πτώση της τελευταίας εικοσαετίας, κατά 11 ημέρες, και το 2021 αύξηση τεσσάρων ημερών.
Η Ελλάδα καταγράφει μία από τις 7 υψηλότερες επιβαρύνσεις από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές για το 2019 (12 ημέρες πάνω από τον μέσο όρο) και τον χαμηλότερο βαθμό αποτελεσματικότητας της κοινωνικής πολιτικής, σε σχέση με τον μέσο όρο των υπό μελέτη χωρών (3,6 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο).
Συγκεκριμένα καταλαμβάνει την 24η θέση από τις 26 χώρες του δείγματος στη μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας πριν και μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Μαζί με την Ελλάδα στην ομάδα με τον χαμηλότερο βαθμό αποτελεσματικότητας των κοινωνικών μεταβιβάσεων και τις περισσότερες ημέρες εργασίας για το κράτος βρίσκονται η Γερμανία, η Ολλανδία, η Τσεχία και η Ιταλία. Στις χώρες με τον υψηλότερο βαθμό αποτελεσματικότητας των κοινωνικών μεταβιβάσεων και τις λιγότερες ημέρες εργασίας για το κράτος βρίσκονται η Ιρλανδία και η Λιθουανία.
