Τελειωμό δεν έχουν τα «μπρος – πίσω» της κυβέρνησης σε μείζονα μέτρα της διαπραγμάτευσης, όπως η επιβολή φόρου 0,1% στις αναλήψεις μετρητών μέσω των αυτόματων μηχανημάτων (ΑΤΜ) και των γκισέ των τραπεζών και τα οποία βρίσκονται πάνω στο «τραπέζι» των συζητήσεων του Brussels Group.
Η μόνη πρόταση που δεν έχει αποσυρθεί παρά τις «γκρίζες» ζώνες είναι αυτή της φορολόγησης των «μαύρων» κεφαλαίων με συντελεστή 15% εφόσον βρίσκονται «παρκαρισμένα» σε τράπεζες του εξωτερικού ή με 30% σε εγχώριες.
Οπως με το σχέδιο του μειωμένου ΦΠΑ για τις αγορές αγαθών με πιστωτική κάρτα έτσι και με το Τέλος αναλήψεων το μέτρο «κάηκε» πριν καν προλάβει να εφαρμοστεί. Το μεσημέρι της Τρίτης ο Γιάνης Βαρουφάκης το ανακοίνωσε, το απόγευμα της ίδιας ημέρας αναγκάστηκε να το μαζέψει.
Η δήλωση του υπουργού έπεσε σαν κεραυνός στο κυβερνητικό στρατόπεδο που τον κάλεσε επειγόντως για εξηγήσεις, αφού έγινε σε μια στιγμή που ο «θόρυβος» για περιορισμό στην κίνηση των κεφαλαίων (capital control) όχι μόνο δεν έχει κοπάσει αλλά τείνει να ενταθεί.
Μία ώρα ήταν αρκετή προκειμένου αγορά, καταναλωτές και εταίροι να στείλουν τα μηνύματα τους στο πρωθυπουργό υποχρεώνοντας το Μαξίμου να ξαναβάλει το σχέδιο της πρότασης στο συρτάρι.
Μόνο η προειδοποίηση των δανειστών ότι έτσι ανοίγει ο δρόμος για μία νέα ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστηματικών τραπεζών ήταν αρκετή για να μαζευτούν οι ανακοινώσεις που είχε κάνει νωρίτερα ο υπουργός Οικονομικών.
Αφού διέψευσε κατηγορηματικά τα σενάρια περί φορολόγησης των καταθέσεων άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής ενός μικρού τέλους αναλήψεων στο πλαίσιο αναζήτησης αντικινήτρων για τη χρήση χρήματος σε φυσική μορφή.
Αν και ο ίδιος απέφυγε να δώσει σαφή οικονομικά στοιχεία, εντούτοις σύμφωνα με άλλες πηγές με μια εισφορά 0,1% ή «ένα τοις χιλίοις» τα έσοδα στα κρατικά ταμεία θα έφταναν τα 300-350 εκατ. ευρώ δεδομένου ότι οι συναλλαγές στις τράπεζες ανέρχονται σε 600-650 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Να σημειωθεί ότι η αρχική σκέψη ήταν να μπει «εισφορά» όχι μόνο στις κινήσεις μέσω ΑΤΜ αλλά στο σύνολο των τραπεζικών συναλλαγών. Τα σχέδια αυτά άλλαξαν στην πορεία καθώς αποτελούσαν πλήγμα για τις συναλλαγές με πλαστικό χρήμα.
Σύμφωνα με στοιχεία από τις τράπεζες, το 2013 έγιναν από ελληνικές χρεωστικές κάρτες συνολικά 174,238 εκατ. συναλλαγές στα ΑΤΜ, αξίας 37,83 δισ. ευρώ. Με τέλος 0,1%, το Δημόσιο θα εισέπραττε αναλογικά 37,83 εκατ. ευρώ.
Ακόμη, πραγματοποιήθηκαν αναλήψεις μετρητών από ΑΤΜ εκτός Ελλάδας, ύψους 280 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, ολοκληρώθηκαν 18,326 εκατ. συναλλαγές με «πλαστικό χρήμα» σε επιχειρήσεις λιανικής πώλησης με μηχανήματα POS, αξίας 4,326 δισ. ευρώ.
Πέρυσι μέσω του Διατραπεζικού Συστήματος «ΔΙΑΣ» έγιναν 19,02 εκατ. διατραπεζικές συναλλαγές αξίας 15,9 δισ. ευρώ. Τα έσοδα για το Δημόσιο θα ήταν 15,9 εκατ. ευρώ.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης προανήγγειλε επίσης:
● Την καταβολή φόρου 15% για τη νομιμοποίηση των αδήλωτων καταθέσεων σε τράπεζες του εξωτερικού και 30% για τις καταθέσεις που βρίσκονται σε εγχώριες τράπεζες. Ουσιαστικά η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το ίδιο αδίκημα φοροδιαφυγής με διαφορετικό τρόπο καθώς «τιμωρεί» όσους κράτησαν τα χρήματα τους στην Ελλάδα, ενώ επιβραβεύει με την επιβολή μικρότερου φόρου όσους τα «φυγάδευσαν» σε τράπεζες του εξωτερικού χωρίς μάλιστα να έχουν την υποχρέωση να τα επαναπατρίσουν.
● Αλλαγές στη φορολόγηση των Ι.Χ αυτοκινήτων με στόχο το νέο καθεστώς να είναι αποτελεσματικότερο και δικαιότερο. «Θα πρέπει να πληρώνουν περισσότερο αυτοί των οποίων το αυτοκίνητο έχει μεγαλύτερη αξία» είπε χαρακτηριστικά. Παράλληλα δεν απέκλεισε αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των τελών κυκλοφορίας, ούτε κατάργηση απαλλαγών και εξαιρέσεων που προβλέπει το ισχύον καθεστώς ( πχ για τα αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας).
● Αλλαγές στον ΦΠΑ, με την ελληνική πλευρά να επιμένει στην καθιέρωση τριών συντελεστών, 7% 14% και 22%, καταβάλλοντας προσπάθεια για υπαγωγή όλων των τροφίμων στον χαμηλό συντελεστή. Ωστόσο οι δανειστές επιμένουν σε υψηλότερους. Στο τραπέζι υπάρχει και η ιδέα για χαμηλότερο συντελεστή εφόσον γίνεται χρήση πλαστικού χρήματος στην εστίαση και στον τουρισμό προκειμένου να μη θιγούν οι δύο αυτοί τομείς αλλά και για τις πληρωμές σε υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, ιδιαίτερα μαθήματα, ως κίνητρο για να αντιμετωπιστεί η υψηλή φοροδιαφυγή.
Πάντως, το χάσμα στο θέμα του ΦΠΑ παραμένει αγεφύρωτο. Το δημοσιονομικό κενό που χωρίζει τις δύο πλευρές φτάνει τα 2,8 δισ. ευρώ, καθώς η μια πρόταση -της κυβέρνησης- οδηγεί σε απώλειες εσόδων κοντά στο 1 δισ. ευρώ, ενώ αυτή των θεσμών, όπως προκύπτει από τη συνέντευξη Γιούνκερ στο πρακτορείο ΜΝΙ, σε έσοδα άνω του 1,8-1,9 δισ. ευρώ.
Σήμερα ο μεσοσταθμικός συντελεστής ΦΠΑ είναι 17,025% και κάθε μείωση μιας μονάδας οδηγεί σε απώλειες περίπου 900 εκατ. ευρώ. Τουτέστιν, για να εισπραχτούν τα 1,8 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ο χαμηλός συντελεστής θα πρέπει να πάει από το 6,5% στο 10% και ο βασικός συντελεστής στο 20%, με κατάργηση του σημερινού 13% και μείωση του σημερινού υψηλού 23%.
