ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αφροδίτη Τζιαντζή
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το συνοικιακό κατάστημα με γυναικεία ρούχα που διατηρούν ο Νίκος Π. και η σύζυγός του στη Βούλα, εμπίπτει στον ορισμό της «πολύ μικρής επιχείρησης». Σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν το 99% του συνόλου των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και καλύπτουν το 80% των θέσεων απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.

Εχοντας κατεβάσει ρολά για περίπου δυόμισι μήνες, μας λέει ο Νίκος, «παλεύουμε κουτσά-στραβά να κρατηθούμε ανοιχτοί. Λάβαμε μόνο μία επιστρεπτέα προκαταβολή ύψους 1.000 ευρώ – τα μισά, δάνειο. Είναι που η κυβέρνηση λέει ότι έχει κάνει τα πάντα για να μην κλείσουμε». Προσπαθώντας να κάνει χρήση του μέτρου για την παράταση πληρωμής των μεταχρονολογημένων επιταγών, βρέθηκε μπροστά σε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη:

«Είχαμε δύο επιταγές που έληγαν 31 Ιανουαρίου και θεωρούσαμε ότι εντάσσονται στο μέτρο της κυβέρνησης για την παράταση των 75 ημερών. Δευτέρα 1η Φεβρουαρίου μάς ενημέρωσαν από την τράπεζα ότι ‘’αν δεν τις εξοφλήσετε μπορεί να μη γραφτείτε στον «Τειρεσία», αλλά θα τις σφραγίσουμε τις επιταγές’’. Δυστυχώς η τράπεζα εφόσον δεν έχει στα χέρια της δημοσιευμένο ΦΕΚ μπορεί να το κάνει αυτό ακόμα και αν έχει εξαγγελθεί η παράταση.

Ενώ είπαμε στην τράπεζα απλά να μπλοκάρουν τον λογαριασμό, αυτοί τράβηξαν και ό,τι χρήματα έτυχε να έχουμε μέσα. Τώρα βρίσκομαι σε απόλυτη ασφυξία. Ακόμα και αν ο νόμος ψηφιστεί με αναδρομική ισχύ, η διαδικασία που ακολουθείται μετά το σφράγισμα είναι εξαιρετικά χρονοβόρα. Σε αντίθεση με την παράταση του Μαρτίου, που εκδόθηκε το ΦΕΚ άμεσα και μας ενημέρωναν οι συστημικές τράπεζες μέσω e-banking να παρατείνουμε την εξόφληση, τώρα μας τις σφραγίζουν από την πρώτη ημέρα».

Η καταγγελία του Νίκου Π. δεν είναι μεμονωμένη. Αντιθέτως, όπως επιβεβαιώνει ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών Νίκος Καφούνης, «το θέμα των επιταγών έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις στην αγορά γιατί οι τράπεζες, για όσο διάστημα δεν έχει ψηφιστεί ο νόμος για την παράταση πληρωμής κατά 75 ημέρες των επιταγών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2021, λειτουργούν με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, εισπράττοντας τα ποσά από τους επιχειρηματικούς λογαριασμούς ή προβαίνοντας σε διαδικασία σφράγισης αυτών, εάν δεν υπάρχει υπόλοιπο».

Ενημερώνοντας τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Θ. Σκυλακάκη για τα προβλήματα που έχουν προκύψει από την καθυστέρηση της ψήφισης του νομοσχεδίου, ο πρόεδρος του ΕΣΑ έλαβε τη διαβεβαίωση ότι το νομοσχέδιο, που ψηφίζεται σήμερα, θα προβλέπει τα εξής:

■ Οι επιταγές που εμφανίζονται από τις 2.1.2021 και μέχρι τη δημοσίευση της διάταξης δεν καταχωρίζονται στον «Τειρεσία», εάν εξοφληθούν εντός 75 ημερών από τη σφράγιση ή τη λήξη τους. Παράλληλα, για τις επιταγές που έχουν ημερομηνία εμφάνισης, λήξης ή πληρωμής από τη δημοσίευση της διάταξης έως τις 28.2.2021, οι προθεσμίες αυτές θα ανασταλούν κατά 75 ημέρες.

Στη ρύθμιση εντάσσονται επιχειρήσεις που έχουν κλείσει με κρατική εντολή, επιχειρήσεις που έχουν πληγεί δραστικά από την πανδημία, εμπίπτουν στους ΚΑΔ που θα καθοριστούν και έχουν μειωμένο κύκλο εργασιών τουλάχιστον 40% την περίοδο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2020, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του έτους 2019, καθώς και νεοσύστατες επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν μέσα στο 2020, αρκεί να εντάσσονται στους πληττόμενους ΚΑΔ. Επιπλέον, για όσες επιταγές είχαν ημερομηνία εμφάνισης από 18.11.2020 έως 31.12.2020 και καλύπτονταν από το μέτρο της αναστολής των προθεσμιών λήξης ή πληρωμής τους κατά 75 ημέρες, παρατείνεται η αναστολή άλλες 45 ημέρες.

«Ο προγραμματισμός των επιχειρήσεων διαταράσσεται όταν οι εξαγγελίες της κυβέρνησης δεν υλοποιούνται άμεσα και με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται τεράστια αναστάτωση στην αγορά», σημειώνει ο ΕΣΑ και θέτει ως εύλογο αίτημα του εμπορικού κόσμου «να μη χρεωθούν με έξοδα ακάλυπτης επιταγής από τις τράπεζες οι επιταγές που έχουν εμφανιστεί προς είσπραξη και εκ των υστέρων θα ενταχθούν στο καθεστώς πληρωμής των 75 ημερών». Πάντως σύμφωνα με την έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, μόλις το 10% των μικρών επιχειρήσεων έκανε χρήση του μέτρου αναστολής πληρωμής των μεταχρονολογημένων επιταγών, κυρίως επειδή έχουν περιοριστεί δραστικά οι συναλλαγές με επιταγές (-75% τα τελευταία 10 χρόνια).