Η Ελλάδα είναι η δεύτερη ακριβότερη χώρα στην Ε.Ε. στις τηλεπικοινωνίες, αμέσως μετά το Βέλγιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2019. Ο δείκτης τιμών τηλεπικοινωνιών είναι ένας σύνθετος δείκτης που περιλαμβάνει τον εξοπλισμό τηλεφωνίας, την πρόσβαση στο διαδίκτυο, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, τη σταθερή και ασύρματη τηλεφωνία και άλλες υπηρεσίες μεταφοράς πληροφοριών.

Με βάση λοιπόν την τιμή 100 που ορίζεται ως μέσος όρος των τηλεπικοινωνιακών τιμών στην Ε.Ε. των 27, ο δείκτης για την Ελλάδα διαμορφώνεται στο 174, έναντι 178 του ελαφρά ακριβότερου Βελγίου και μόλις 38 της μακράν φτηνότερης Ρουμανίας. Η ψαλίδα είναι τεράστια, σχεδόν 1 προς 5, και αυτό αποτελεί φυσικά πρόβλημα για το πόσο «ενιαία» είναι η ευρωπαϊκή αγορά τηλεπικοινωνιών, καθώς λίγες χώρες έχουν δείκτες τιμών κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (η Πολωνία 51, η Λιθουανία 71, η Βουλγαρία 76 και η Λετονία 77), ενώ είναι προφανώς παράδοξο -και ενδιαφέρον για τους συντελεστές της ελληνικής αγοράς τηλεπικοινωνιών- να περιλαμβάνεται η Ελλάδα με κατά κεφαλήν ΑΕΠ πολύ κάτω από τον μ.ό. της Ε.Ε. ανάμεσα στις πλουσιότερες και φυσιολογικά ακριβότερες χώρες του Βορρά (Ιρλανδία με δείκτη 150, Λουξεμβούργο με 149 κ.ο.κ.).
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι μεταξύ 2014 και 2019 η Ελλάδα κατέγραψε μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στον δείκτη τιμών τηλεπικοινωνιών -από 143,7 το 2014 στο 175,1 το 2019- έναντι μικρής μείωσης στον μ.ό. της Ε.Ε. των 28 (μαζί με τη Βρετανία, από 103,2 το 2014 στο 101,3 το 2019).
