Την κατηφόρα τραβάνε και τον Νοέμβριο δύο σημαντικοί δείκτες για το οικονομικό κλίμα της Ελλάδας, ο δείκτης υπεύθυνων προμηθειών PMI (Purchasing Managers Index), που καταγράφει την απόδοση του μεταποιητικού τομέα, και η καταναλωτική εμπιστοσύνη, που μετράει το πόσο αισιόδοξα ή απαισιόδοξα είναι τα νοικοκυριά για την οικονομική τους κατάσταση και την πορεία της οικονομίας γενικά.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της τελευταίας έρευνας PMI της διεθνούς εταιρείας συλλογής και ανάλυσης δεδομένων ΙΗS Markit (που μόλις εξαγοράστηκε από τον οίκο Standard and Poοr’s), η οικονομία της παραγωγής αγαθών στην Ελλάδα σημείωσε τη χαμηλότερη απόδοση σε βάθος εξαμήνου. Συγκεκριμένα διαμορφώθηκε στις 42,3 μονάδες τον Νοέμβριο, έναντι 48,7 τον Οκτώβριο, καθιστώντας την Ελλάδα τη χώρα με τις χειρότερες επιδόσεις στην ευρωζώνη.
Ο δείκτης PMI διαμορφώνεται κάθε μήνα και καταγράφει τη βελτίωση ή την επιδείνωση του κλάδου της μεταποίησης, με βάση τις επιδόσεις περίπου 300 εταιρειών σε 5 τομείς: νέες παραγγελίες, παραγωγή, απασχόληση, χρόνος παράδοσης και αποθέματα προμηθειών. Κάθε μονάδα πάνω από το 50, που είναι η μηδενική μεταβολή, θεωρείται ανάπτυξη και κάτω από το 50 ύφεση. Ο PMI της μεταποίησης στην Ελλάδα άγγιξε ιστορικό χαμηλό τον περασμένο Απρίλιο, με τις χαμηλότερες επιδόσεις από το 1999, ενώ η νέα επιδείνωση του Νοεμβρίου σηματοδοτεί ένα δεύτερο κύμα συρρίκνωσης μετά το ξέσπασμα της πανδημίας.
Για «ζοφερή εικόνα της μεταποίησης στην Ελλάδα» κάνει λόγο η IHS Markit στα συνοδευτικά σχόλια της έρευνας, αποδίδοντας την επιδείνωση κυρίως στην απότομη υποχώρηση της ζήτησης, που οδήγησε σε επιπλέον περικοπές θέσεων εργασίας. Αν και οι επιχειρήσεις δηλώνουν αισιόδοξες ότι το 2021 θα αυξηθεί η παραγωγή, η έρευνα προσγειώνει τις προσδοκίες τους, προβλέποντας ότι «η συνολική οικονομική παραγωγή δεν αναμένεται να φτάσει στα επίπεδα προ πανδημίας πριν από το 2023».
Συνολικά στην ευρωζώνη η μεταποίηση σημείωσε μικρή επιβράδυνση τον Νοέμβριο, λόγω των νέων περιοριστικών μέτρων για τον κορονοϊό, με τον δείκτη PMI να διαμορφώνεται στις 53,6 μονάδες από 54,8 τον Οκτώβριο. Ωστόσο η τάση ανάκαμψης στην παραγωγή αγαθών, που συνεχίζεται αν και με μικρότερους ρυθμούς, αφήνει κάποια περιθώρια αισιοδοξίας ότι «η ευρωζώνη θα αποφύγει στο τελευταίο τρίμηνο του έτους παρόμοια κλίμακα ύφεσης που καταγράφηκε στο β’ τρίμηνο», με τον κλάδο των υπηρεσιών να είναι πιο βαριά χτυπημένος.
Αντίστοιχα η νέα έρευνα του ΙΟΒΕ δείχνει μια μικρή επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα τον Νοέμβριο με μεγαλύτερο χαμένο την καταναλωτική εμπιστοσύνη, που υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2018. Συγκεκριμένα ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε εκ νέου για πέμπτο μήνα στη σειρά, καθιστώντας τους Ελληνες μακράν τους πιο απαισιόδοξους καταναλωτές της ευρωζώνης.
Οι δείκτες οικονομικού κλίματος, που διαμορφώνονται από το ΙΟΒΕ για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προκύπτουν από στοιχεία που παρέχουν πάνω από 1.000 επιχειρήσεις και αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.500 καταναλωτών, με βάση τις εκτιμήσεις και τις προσδοκίες σε έξι τομείς: βιομηχανία, υπηρεσίες, λιανικό εμπόριο, κατασκευές, καταναλωτική εμπιστοσύνη, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Σημαντική επιδείνωση παρουσιάζει ο δείκτης οικονομικού κλίματος συνολικά στην ευρωζώνη, που διαμορφώθηκε στις 87,6 μονάδες τον Νοέμβριο, έναντι 91,1 τον Οκτώβριο (με το 100 να είναι τα εποχικά εξομαλυμένα στοιχεία της περιόδου 1990-2018). Στην Ελλάδα ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε στις 91 μονάδες, έναντι 92,3 τον Οκτώβριο, με την πτώση να συγκρατείται από τις αυξημένες προσδοκίες του κατασκευαστικού τομέα, κυρίως για δημόσια έργα.
