«Το αίτημα ανώτατων τραπεζικών στελεχών για τροποποίηση του άρθρου 390 του Ποινικού Κώδικα ήταν γνωστό και σε εμάς. Γνωστός ήταν και ο λόγος που το ζητούσαν. Η διαφορά μας, ωστόσο, είναι ότι εμείς δεν το ικανοποιήσαμε», τονίζει σε δήλωσή του ο τέως υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος.
Η δήλωση είναι η απάντηση στον υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η τροποποίηση του επίμαχου άρθρου, ώστε να παρέχεται ασυλία σε τραπεζίτες για κακουργηματικές πράξεις, θα γινόταν και από την προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά την πρόλαβαν οι εκλογές. Για ψεύδος μιλά ο Ευκλ. Τσακαλώτος, που στη δήλωσή του αναφέρει ότι:
■ Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε μια ολοκληρωμένη στρατηγική αντιμετώπισης του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων και του ιδιωτικού χρέους και βελτίωσε την εταιρική διακυβέρνηση του τραπεζικού συστήματος.
■ Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε τη διάταξη του άρθρου 65 του ν. 4472/2017, με την οποία ρυθμίστηκαν ζητήματα ευθύνης των τραπεζικών στελεχών σε σχέση με τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης οφειλών και μόνο. Η διάταξη αυτή, η οποία ισχύει ακόμα, προβλέπει σαφείς όρους και προϋποθέσεις για την ενεργοποίησή της.
■ Η προηγούμενη κυβέρνηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα των τραπεζιτών, όπως αποδεικνύεται και από την ψήφιση του άρθρου 65 και από τη μη μεταγενέστερη τροποποίησή του και από τον νέο Ποινικό Κώδικα που ψηφίστηκε στη Βουλή λίγο πριν από τις εθνικές εκλογές.
«Η σημερινή κυβέρνηση δεν μας έχει εξηγήσει ακόμα γιατί δεν είναι επαρκές το άρθρο 65, που στοχεύει μόνο στην αντιμετώπιση των “κόκκινων” δανείων. Δεν μας έχει εξηγήσει γιατί στον δήθεν αγώνα της κατά των “κόκκινων” δανείων δίνει ασυλία στα κακουργήματα που δημιούργησαν το πρόβλημα. Η απάντηση είναι προφανής. Η δυστυχία της κυβέρνησης έγκειται στο γεγονός ότι (ευτυχώς) δεν είμαστε όλοι ίδιοι», καταλήγει ο Ευκλ. Τσακαλώτος και καλεί την κυβέρνηση να αποσύρει τη διάταξη, αλλά και να μην προσπαθήσει να την «κρύψει» πίσω από τη γενίκευση της ασυλίας και σε άλλα νομικά πρόσωπα.
