ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαρία Δήμα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οριστικό τέλος έβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας στη διεκδίκηση των τριών επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων.

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποφάνθηκε κατά πλειοψηφία ότι είναι συμβατή με το Σύνταγμα και επιβεβλημένη η κατάργηση των δώρων – επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και θερινής αδείας (13ος και 14ος μισθός) στους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης των δικαστών, ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων, που κυμαίνεται από τα 780 ευρώ έως και τα 1.092 ευρώ, ακόμη και μετά την κατάργηση των τριών επίμαχων επιδομάτων, εξασφαλίζει «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης».

Η Ολομέλεια του ΣτΕ εξέφρασε διαμετρικά αντίθετη άποψη από αυτή της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος του ιδίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των τριών επιδομάτων-δώρων, που έγιναν με τον νόμο 4093/2012. Σύμφωνα με την απόφαση των δικαστών του ΣΤ’ Τμήματος, η κατάργηση των δώρων-επιδομάτων αντίκειται στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

Η πλειοψηφία της ολομέλειας του δικαστηρίου (πρόεδρος η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου και εισηγητές οι σύμβουλοι Επικρατείας, Ελένη Παπαδημητρίου και Ιωάννης Σπερελάκης) έκρινε ότι η κατάργηση των τριών επιδομάτων, «τεκμηριώνεται επαρκώς» και δεν αποτελεί απρόσφορο μέτρο, και μάλιστα προδήλως, για «την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ε.Ε. για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος».

Επίσης, «κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, καθώς αυτοί ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο».

Παράλληλα, οι ανώτατοι δικαστές αναφέρουν ότι «η τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων δεν καθιστά, εν όψει των ευρέων περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο νομοθέτης στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και του οριακού ελέγχου, στον οποίο υπόκειται κατά τούτο, από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν δηλαδή ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του».