Αύξηση της εθνικής σύνταξης των 384 ευρώ από τον επόμενο χρόνο προανήγγειλε, εφόσον υπάρξει δημοσιονομικός χώρος, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό Star, δύο εικοσιτετράωρα πριν από τις κάλπες.
«Υπάρχει η σκέψη στην κυβέρνηση και η πιθανότητα να δοθεί τον επόμενο χρόνο αύξηση 50 ευρώ στην εθνική σύνταξη, η οποία θα αφορά όλους τους συνταξιούχους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η αύξηση στην εθνική σύνταξη θα γίνει ιδιαίτερα αισθητή στους χαμηλοσυνταξιούχους, όπως είπε ο πρωθυπουργός, σημειώνοντας ενδεικτικά πως για κάποιον που παίρνει σύνταξη 500 ευρώ, η αύξηση των 50 ευρώ θα είναι της τάξης του 10%.
Ο πρωθυπουργός άνοιξε τη συζήτηση ανασχεδιασμού της εθνικής σύνταξης, απαντώντας σε ερώτηση για χορήγηση του ΕΚΑΣ που… απώλεσαν χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχοι, οι όποιοι ωστόσο, όπως θύμισε ο ίδιος, στηρίχθηκαν με τη χορήγηση κοινωνικού μερίσματος τα προηγούμενα χρόνια καθώς και με τη 13η σύνταξη.
Σενάρια
Ολα αυτά τη στιγμή που το οικονομικό επιτελείο εξετάζει σενάρια στήριξης των αδυνάμων, όπως οι χαμηλοσυνταξιούχοι, με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα ποντάροντας ταυτόχρονα στον θετικό αντίκτυπο που θα έχει το πακέτο μέτρων 2019-2020 στην οικονομία και στους ρυθμούς ανάπτυξης.
Ειδικότερα πάντως σε ό,τι αφορά το ΕΚΑΣ, η συζήτηση άνοιξε πριν από μερικές μέρες από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, ο οποίος είχε ξεκαθαρίσει ότι «σκεφτόμαστε την επαναφορά του ΕΚΑΣ με διαφορετική μορφή, πιο στοχευμένο».
Ετσι, το βασικό σενάριο που φαίνεται να προκρίνεται είναι η αύξηση της εθνικής σύνταξης στα 434 ευρώ (βάσει όσων είπε χθες ο πρωθυπουργός), ώστε η αύξηση να αποτελέσει μόνιμη παρέμβαση στη συνταξιοδοτική παροχή, ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι ανάλογη παρέμβαση θα γίνει και στη σύνταξη που λαμβάνουν οι ανασφάλιστοι υπερήλικες και σήμερα ανέρχεται στα 360 ευρώ.
Σημειώνεται ότι η εθνική σύνταξη –δηλαδή η καθαρή συμμετοχή του κράτους στη συνταξιοδοτική παροχή του ΕΦΚΑ– είναι σταθερή για όλους τους ασφαλισμένους από το 2016 (νόμος Κατρούγκαλου) και ανέρχεται σε 384 ευρώ για όσους έχουν τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης.
Πάνω σ’ αυτή τη βάση των 384 ευρώ προστίθεται η ανταποδοτική σύνταξη, αυτή δηλαδή που αντιστοιχεί στις εισφορές που έχει καταβάλει ο ασφαλισμένος στη διάρκεια του εργασιακού βίου του.
Το ΕΚΑΣ πάντως, σύμφωνα με τον υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τάσο Πετρόπουλο, είχε βρεθεί στο… στόχαστρο από το 2010, διαχωρίστηκε από τη σύνταξη στο πλαίσιο του λογιστικού διαχωρισμού προνοιακών-ασφαλιστικών παροχών και εντάχθηκε στις προνοιακές παροχές, όπως το επίδομα απολύτου αναπηρίας.
Και κάπως έτσι, το ΕΚΑΣ λόγω του προνοιακού χαρακτήρα αποτέλεσε άλλο ένα θέμα στην ατζέντα «περικοπές, κατάργηση» των δανειστών.
«Δεν διαφεύγει την προσοχή μας η προστασία των κατώτερων συντάξεων, ώστε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα από τη μείωση μέχρι και την κατάργηση του ΕΚΑΣ», είχε δηλώσει ο Τάσος Πετρόπουλος τον Δεκέμβριο του 2017.
Εν αρχή λοιπόν, από την 1η Ιανουαρίου 2019, στο πλαίσιο του επανυπολογισμού, δόθηκαν αυξήσεις σε 620.000 συνταξιούχους, μεταξύ των οποίων ήταν πολλοί χαμηλοσυνταξιούχοι που εισέπρατταν ΕΚΑΣ και από 1/1/2019 έλαβαν το 1/5 της αύξησης που δικαιούνται.
Το ΕΚΑΣ
Από το 2016 το ΕΚΑΣ χορηγείται σε συνταξιούχους που λαμβάνουν ακαθάριστο ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης ώς 660 ευρώ και φέτος, τελευταία χρονιά που χορηγείται, ανέρχεται στα 12 ευρώ μηνιαίως.
Η εθνική σύνταξη χορηγείται σε όλους ανεξάρτητα από τον χρόνο ασφάλισης και τις συντάξιμες αποδοχές. Για όσους αποχωρούν με 20 και πλέον χρόνια ασφάλισης ανέρχεται σε 384 ευρώ.
Οσοι βγαίνουν στη σύνταξη με 15-20 έτη ασφάλισης έχουν «πέναλτι» 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών.
