ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παράθυρο -και μάλιστα ορθάνοιχτο- για τη μη μείωση του αφορολογήτου αφήνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προεξοφλώντας την στο βασικό σενάριο των νέων προβλέψεών της.

Στις εαρινές προβλέψεις της για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα, η Επιτροπή κατέστησε σαφές ότι «οι εκτιμήσεις της» για τα πρωτογενή πλεονάσματα και τα υπόλοιπα οικονομικά μεγέθη «λαμβάνουν υπόψη τους τη μη εφαρμογή της φορολογικής μεταρρύθμισης του 2020 (δηλαδή τη μείωση του αφορολογήτου), η οποία [όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται] θα συζητηθεί περαιτέρω στο πλαίσιο της Ενισχυμένης Εποπτείας».

Η παραδοχή αυτή έρχεται σε συνέχεια των δηλώσεων του αντιπροέδρου της Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, τον προηγούμενο μήνα για το ενδεχόμενο μη εφαρμογής της μείωσης του αφορολογήτου εφόσον υπάρχει δημοσιονομικός χώρος και αποτυπώνει την εμπιστοσύνη που υπάρχει πλέον στις Βρυξέλλες για τις δημοσιονομικές επιδόσεις της Αθήνας.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει χαρακτηριστικά στην έκθεσή της ότι «το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα για τρίτο συνεχόμενο έτος το 2018 και ότι η Ελλάδα θα επιτύχει τους συμφωνηθέντες δημοσιονομικούς στόχους της τόσο το 2019 όσο και το 2010».

Στις προβλέψεις της αναμένει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα προσεγγίσει φέτος το 4% του ΑΕΠ, από 4,1% που εκτιμούσε το φθινόπωρο, ενώ το 2020 το 3,6% του ΑΕΠ από 4% αντίστοιχα. Η σημαντική διαφορά στην εκτίμηση του 2020 αποτυπώνει το κόστος της μη εφαρμογής του μέτρου μείωσης του αφορολογήτου.

Μοχλός επίτευξης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα θα είναι, σύμφωνα με την Επιτροπή, το παραγωγικό κενό, τα κέρδη από τη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού και η συγκράτηση των δαπανών υγείας και προσλήψεων – προσλήψεις που βοηθούν να παραμείνουν οι δυναμικές των δαπανών υπό έλεγχο.

Στην ίδια κατεύθυνση εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν ακόμη η βελτίωση στην εισπραξιμότητα των φορολογικών οφειλών και οι φιλόδοξοι στόχοι για την εκκαθάριση των αιτήσεων συνταξιοδότησης.

Αντίθετα, πτωτικούς κινδύνους αποτελούν οι αναμενόμενες αποφάσεις του ΣτΕ που ενδεχομένως να ανατρέψουν προηγούμενες μεταρρυθμίσεις και να αυξήσουν τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις αλλά και πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αύξαναν το εργασιακό κόστος του Δημοσίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι η ελληνική οικονομία θα τρέξει τόσο φέτος όσο και το 2020 με σημαντικά υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (2,2%) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κυρίως χάρη στη βελτίωση της εγχώριας ζήτησης. Σημειώνει ότι η ανάπτυξη 1,9% που πέτυχε πέρυσι η χώρα οφειλόταν κυρίως στην πραγματική αύξηση των εξαγωγών (8,7%), κάτι που επέτρεψε την ενίσχυση του μεριδίου στην παγκόσμια αγορά αγαθών και υπηρεσιών.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τον αρνητικό αντίκτυπο που θα έχει η επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος το 2019. Θεωρεί όμως ότι αυτός θα έχει περιορισμένη επίδραση στις εξαγωγές της Ελλάδας λόγω της χαμηλής ελαστικότητας που χαρακτηρίζει τη ζήτηση των βασικών προϊόντων τα οποία εξάγει η χώρα. Θεωρεί ακόμη ότι ο ανασταλτικός αυτός παράγοντας θα αντισταθμιστεί από την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία, όπως υπογραμμίζει, καταγράφει βραχυπρόθεσμα άνοδο λόγω της πρόσφατης αύξησης του κατώτατου μισθού. Υπέρ της ανάπτυξης εκτιμά ακόμη ότι θα λειτουργήσουν δημόσια κατανάλωση και επενδύσεις.

Για το 2020 αναμένει ότι προς την ίδια κατεύθυνση θα συμβάλει και ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων αν και όπως σημειώνει τα υψηλότερα εργατικά κόστη θα συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους κάποιων επιχειρήσεων. Η αύξηση του εργατικού κόστους προβλέπεται να επηρεάσεις αρνητικά και την την ανταγωνιστικότητα.

Για την αγορά εργασίας εκτιμά ότι θα υπάρξει κάποια επιβράδυνση της πορείας ανάκαμψης που αυτή σημειώνει λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού. Προβλέπει αύξηση της απασχόλησης κατά 1,5% το 2019 και 1,3% το 2020 και πτώση της ανεργίας σε 18,2% και 16,8% αντίστοιχα (από 19,3% το 2018).

Για το δημόσιο χρέος, τέλος, αναμένει ότι από το υψηλό 181,1% του ΑΕΠ πέρυσι θα υποχωρήσει στο 168,9% το 2020 μέσω της οικονομικής ανάκαμψης και των υψηλών πλεονασμάτων που επιτυγχάνονται.

Στα τελευταία αναφέρθηκε χθες ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πιερ Μοσκοβισί, υποστηρίζοντας ότι η τακτική των υπερπλεονασμάτων δεν θα πρέπει να παγιωθεί. Συμπλήρωσε ότι η Επιτροπή δεν πείσθηκε ποτέ ότι τα υπερβολικά πλεονάσματα ήταν ο σωστός δρόμος για την Ελλάδα και ότι θα υπάρξει συζήτηση στο μέλλον γι’ αυτά που πρέπει να είναι σοβαρή.