Το βιβλίο προσφορών, που θα κρίνει την επιτυχία της δεύτερης προσπάθειας εξόδου της χώρας στις διεθνείς αγορές, πρόκειται να ανοίξει εντός της ημέρας ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).
Η διαδικασία για το νέο 10ετές ελληνικό ομόλογο με ημερομηνία λήξης τον Μάρτιο του 2029, το πρώτο μετά τα εννέα χρόνια των μνημονίων, έχει ξεκινήσει από χθες με την ανακοίνωση των αναδόχων της έκδοσης. Πρόκειται για συνολικά 6 τράπεζες, τρεις αμερικανικές και τρεις ευρωπαϊκές, Goldman Sachs, JP Morgan, Citigroup, Credit Suisse, BNP Paribas και HSBC, που έχουν ήδη βολιδοσκοπήσει το ενδιαφέρον των επενδυτών ώστε σήμερα να προχωρήσουν στην πώλησή του με βάση την τιμή που το προμηθεύτηκαν από το ελληνικό Δημόσιο.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο για το επιτόκιο που στόχος είναι να κρατηθεί κάτω από τα επίπεδα του 4%, επιτρέποντας στον ΟΔΔΗΧ να πάρει προσφορές και πάνω από το ποσό των 2 δισ. ευρώ που θέλει να αντλήσει το Δημόσιο.
Με δεδομένο ότι η έκδοση θα είναι σχετικά περιορισμένη και το «κουπόνι» δελεαστικό, θεωρητικά οι ανάδοχοι θα πρέπει να δεχθούν ρεκόρ προσφορών για τον νέο ελληνικό τίτλο. Και τούτο διότι μπορεί η Ελλάδα να έχει υψηλό δημόσιο χρέος, όμως έχει από την άλλη ένα υψηλό ταμειακό απόθεμα (cash-buffer) που της δίνει το περιθώριο διαπραγμάτευσης για το τελικό επιτόκιο.
Αλλωστε οι χρηματοδοτικές ανάγκες τα επόμενα χρόνια κινούνται σε χαμηλά επίπεδα και δη κάτω από 10% του ΑΕΠ ώς το 2032 και είναι ένα γεγονός που για τους επενδυτές έχει μειωμένο ρίσκο.
Η έκδοση στοχεύει σε μακροπρόθεσμους επενδυτές και ει δυνατόν να ξεπεράσει ποιοτικά αυτήν του πενταετούς ομολόγου που πραγματοποιήθηκε πριν από λίγο καιρό. Εφόσον αυτή οδηγηθεί σε τελικό επιτόκιο κοντά στο 3,90% με 3,95% τότε σύμφωνα με αναλυτές αυτό θα υποχωρήσει στη δευτερογενή αγορά κάτω από 3,5% με 3,4% μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η συγκυρία σαφώς και είναι ευνοϊκή μετά τη διπλή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τον οίκο Moody’s την Παρασκευή στο Β1 από Β3 με σταθερές τις προοπτικές.
