Η μάχη ενάντια στη λιτότητα, που περνάει μέσα από τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα και αν κερδηθεί θα οδηγήσει σε γενναίες μειώσεις φόρων για φορολογούμενους και νοικοκυριά, αποτελεί για την κυβέρνηση κεντρική επιδίωξη.
Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι η πιστοληπτική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να ανέβει σε μεγαλύτερα σκαλοπάτια φτάνοντας σε υψηλότερες επενδυτικές βαθμίδες (Investment grade) που θα δώσουν τη δυνατότητα στην ελληνική πλευρά να διαπραγματευτεί πλεονάσματα χαμηλότερα από το 3,5% του ΑΕΠ που θεωρητικά παραμένουν «κλειδωμένα» ώς το 2022.
Μια πρώτη αρχή θα μπορούσε να γίνει με τον στόχο του 2020, εφόσον «κομβικές» μεταρρυθμίσεις που συνδέονται με την υγεία του τραπεζικού συστήματος και τη μείωση του ιδιωτικού χρέους (σχέδια μείωσης «κόκκινων» δάνειων, νέο πλαίσιο προστασίας πρώτης κατοικίας, ρυθμίσεις 120 δόσεων σε Ταμεία και Εφορία) αλλά και γενικότερα (ιδιωτικοποιήσεις, μείωση των ληξιπρόθεσμων χρεών στο εσωτερικό του κράτους) προχωρήσουν με βάση τις «επιταγές» του προγράμματος ενισχυμένης εποπτείας.
Ο ρυθμός εφαρμογής αυτών των μεταρρυθμίσεων παρακολουθείται από τα «ραντάρ» των ξένων οίκων και είναι αυτός που θα ξεκλειδώσει επιπρόσθετες αναβαθμίσεις στην πιστοληπτική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας. Οι οποίες με τη σειρά τους θα μειώσουν το κόστος δανεισμού για το ελληνικό κράτος -το οποίο την ερχόμενη εβδομάδα (σ.σ. πιθανότατα την Τρίτη 5 Μαρτίου) θα πραγματοποιήσει νέα έξοδο στις διεθνείς αγορές για την άντληση ποσού 2 δισ. ευρώ εκδίδοντας ομόλογο διάρκειας 10 ετών-, θα στείλουν μηνύματα αισιοδοξίας και εμπιστοσύνης, προσελκύοντας έτσι επενδύσεις από το εξωτερικό και συμβάλλοντας στη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Εφόσον η μείωση των πλεονασμάτων προχωρήσει, θα μειώσει την ελληνική συνεισφορά στην εξυπηρέτηση του χρέους ενώ αντίστοιχες κινήσεις θα πρέπει να υπάρξουν και από την πλευρά των εταίρων, προκειμένου να καλυφθεί αυτή η διαφορά.
Την ίδια ώρα, στην κυβέρνηση επιταχύνουν τις κινήσεις, εν όψει του Eurogroup της 11ης Μαρτίου, σε δύο βασικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά το διάδοχο σχήμα του «νόμου Κατσέλη», όπου με νέες τηλεδιασκέψεις το Σαββατοκύριακο θα επιδιωχθεί η συμφωνία με τους θεσμούς για το οριστικό σχέδιο, προκειμένου αυτό να έχει ψηφιστεί έως την ερχόμενη Πέμπτη.
Κυβερνητικός παράγοντας με γνώση του θέματος ανέφερε ότι οι κύριες ενστάσεις από την ΕΚΤ οφείλονταν στο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε το προγενέστερο σχέδιο από τη συμφωνία κυβέρνησης-τραπεζών την περασμένη Τετάρτη.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά την πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, όπου πρέπει να υπάρξει συμφωνία για το πώς θα γίνει ο νέος διαγωνισμός.
Τα επόμενα βήματα
Τα κλιμάκια των θεσμών (με την ίδια σύνθεση της πρόσφατης επίσκεψής τους) αναμένεται να επανέλθουν στην Αθήνα αρχικά την περίοδο κοντά στο Πάσχα και μετά τον Μάιο ή τον Ιούνιο.
Στις συζητήσεις στο πλαίσιο της γ’ αξιολόγησης θα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η πρόοδος στην Εγνατία Οδό, ο διαγωνισμός για τα ΕΛΠΕ, η πώληση από το ΤΑΙΠΕΔ του 30% του «Ελ. Βενιζέλος» και ο «φάκελος χρηματοοικονομικά» (π.χ. εάν μειώνονται οι περιπτώσεις των «κόκκινων» δανείων που είχαν ενταχθεί στον παλαιό «νόμο Κατσέλη», πώς λειτουργεί το νέο σχήμα για τα «κόκκινα» δάνεια- APS).
Η Ελλάδα αναμένει από μια θετική έκθεση των θεσμών τουλάχιστον 600 εκατ. ευρώ.
Ερωτηθείς ο ίδιος κυβερνητικός παράγοντας για τις αποπληρωμές των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες, επισήμανε ότι έχει ζητηθεί τεχνική βοήθεια για να επιταχυνθεί η όλη διαδικασία και τα οφειλόμενα ποσά να φτάνουν το συντομότερο δυνατόν στην πραγματική οικονομία. Καθώς, όπως τόνισε, εμπλέκονται τουλάχιστον δύο υπουργεία και αρκετοί φορείς του Δημοσίου.
Παρόμοια τεχνική βοήθεια έχει ζητηθεί και για να επιταχυνθούν οι εκταμιεύσεις από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ).
