Να μην κάνει πίσω και να προχωρήσει στη μείωση των συντάξεων καλεί την κυβέρνηση ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας παίρνοντας τη σκυτάλη από τον ΣΕΒ. «Θα ήταν καλύτερα να εφαρμοστεί η μείωση των συντάξεων και να τρέξει η οικονομική πολιτική, ώστε σε 2-3 χρόνια να υπάρξει αύξηση των συντάξεων για όλους», υποστήριξε χθες ο κ. Βέττας παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του ιδρύματος για την ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μη εφαρμογή των περικοπών ενέχει δύο πιθανούς κινδύνους:
1. Να ληφθεί ως μία τάση ότι έχει αρχίσει να ξηλώνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο στήθηκε η έξοδος από τα προγράμματα.
2. Να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες συνταξιούχων.
Δυσάρεστες είναι οι προβλέψεις του ΙΟΒΕ και για το φετινό μέρισμα. Εκτίμησή του είναι ότι το ποσόν που θα μοιραστεί -πιθανότατα στο τέλος του χρόνου -θα είναι χαμηλότερο σε σχέση με αυτό που διένειμε τα δυο προηγούμενα χρόνια η κυβέρνηση.
Αυτό λόγω της μικρότερης υπέρβασης στον φετινό στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος που, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσχεδίου, δεν αφήνει περιθώρια για γενναιόδωρη κοινωνική πολιτική.
Βέβαια, αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών υποστηρίζει ότι το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2019 καταρτίστηκε με στοιχεία Σεπτεμβρίου και είναι λογικό οι εκτιμήσεις να είναι πιο συντηρητικές σε σχέση με αυτές του τελικού σχεδίου που θα έρθει 21 Νοεμβρίου στη Βουλή και θα βάλει τέλος στον εφιάλτη για τις συντάξεις.
Ο ίδιος παράγοντας υποστηρίζει ότι η υπεραπόδοση του 2018 θα χτυπήσει και φέτος νέο ρεκόρ, φτάνοντας στο ύψος των 900 εκατ. ευρώ.
Τα καλά νέα, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, είναι ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει τις καλές επιδόσεις στην ανάπτυξη, επιτυγχάνοντας φέτος ένα ρυθμό 2%, ο οποίος θα ενισχυθεί στο 2,4% του ΑΕΠ το 2019, οριακά χαμηλότερος από την εκτίμηση της κυβέρνησης για 2,5%.
Αύξηση ΑΕΠ 2,4%
Για το 2019, εκτιμά ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι της τάξεως του 2,4%. Νερό στον μύλο της ανάπτυξης θα βάλουν οι εξαγωγές και η ιδιωτική κατανάλωση που εμφανίζει σημάδια μικρής κλιμάκωσης (+0,6% στο β’ εξάμηνο του 2018) λόγω καλύτερων προσδοκιών.
Αλλη καλή είδηση από το ΙΟΒΕ είναι ότι ώς το τέλος του χρόνου δεν πρόκειται να ασκηθούν επιπλέον πιέσεις στα εισοδήματα των νοικοκυριών (πέρα από τις υφιστάμενες φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας, δόσεις για ληξιπρόθεσμα χρέη), κάτι που είναι αρκετά πιθανό να συνεχιστεί το 2019. Ειδικά στο σενάριο που η περικοπή των συντάξεων δεν θα πραγματοποιηθεί (πλήρως ή μερικώς).
«Μάλιστα, εφόσον εφαρμοστεί το σύνολο των εναλλακτικών μέτρων του προσχεδίου (περιλαμβάνουν φοροελαφρύνσεις συνολικού ύψους 491 εκατ. και πρόσθετες δαπάνες 275 εκατ. ευρώ) μάλλον θα επενεργήσει τονωτικά στο εισόδημα» αναφέρεται στην έκθεση.
Αλλες πρόσφατες ή αναμενόμενες σημαντικές εξελίξεις, οι οποίες θα επηρεάσουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ είναι:
1. Η επιστροφή των αναδρομικών στους ένστολους. Πρόκειται για ένα ποσόν που σε μεικτή βάση φτάνει τα 1,2 δισ. ευρώ και θα ζεστάνει την τσέπη των υπόχρεων μέσα στα Χριστούγεννα.
2. Η απόφαση για την αύξηση του κατώτατου μισθού (με τη σχετική διαδικασία να αναμένεται να ολοκληρωθεί στην αρχή του 2019) και την αναγνώριση επιδομάτων στους κλάδους επισιτισμού – τουρισμού.
3. Η απόφαση του υπουργείου Εργασίας για επέκταση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας σε τέσσερις κλάδους, πρακτική η οποία ενδεχομένως θα εφαρμοστεί και σε άλλους κλάδους.
Από την άλλη, το ΙΟΒΕ δεν εφησυχάζει, συνιστώντας στην κυβέρνηση να πράξει το ίδιο με τις μεταρρυθμίσεις που έχει αναλάβει στο μεταμνημονιακό περιβάλλον. «Οποιαδήποτε αλλαγής σε δημοσιονομικά μέτρα να προηγείται ολόπλευρη διερεύνηση του ζητήματος, συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες, οι οποίοι σχετίζονται με αυτό», συστήνουν οι συντάκτες της έκθεσης. Σύμφωνα με τους ίδιους, «δυνατότητες αναθεωρήσεων που δεν θίγουν τα παραπάνω και αξιοποιούν τυχόν δημοσιονομικό χώρο είναι θεμιτές».
Μείωση φόρων
Οπως, για παράδειγμα, η μείωση της υψηλής άμεσης και έμμεσης φορολογίας, καθώς και των ασφαλιστικών εισφορών, από την αύξηση των οποίων έχουν προέλθει σχεδόν τα 3/5 της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο 2010 -2017 (9,4 εκ των 16,1 μονάδων του ΑΕΠ).
Κάτι που ερμηνεύεται ότι με ένα ΑΕΠ κοντά στα 170 δισ. ευρώ στην περίοδο της μεγάλης κρίσης τα 16 δισ. ευρώ από τα 27 και πλέον δισ. ευρώ προήλθαν από τις αυξήσεις στους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ, καύσιμα, ποτά, τσιγάρα, καφές, κινητή -σταθερή τηλεφωνία) που έπληξαν αδιακρίτως όλους τους φορολογούμενους.
Κατά το ΙΟΒΕ, η κυβέρνηση δεν πρέπει να εφησυχάζει ούτε από το «μαξιλάρι» των διαθεσίμων. Η Ελλάδα θα πρέπει να δημιουργήσεις τις συνθήκες προκειμένου να επιστρέψει στις αγορές, επισημαίνει το ίδρυμα, ενώ μεγάλο πρόβλημα παραμένουν τα «ανοίγματα» των τραπεζών.
Από το μικροσκόπιο του ΙΟΒΕ πέρασε και η υπόθεση της «Folli Follie», υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξή της έχει πλήξει την ελκυστικότητα των ελληνικών χρεογράφων, όχι μόνο του δημόσιου τομέα, αλλά και του ιδιωτικού και κυρίως της εγχώριας χρηματιστηριακής αγοράς.
