Η έκθεση του World Economic Forum για την ανταγωνιστικότητα που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα και οι επισημάνσεις του ΣΕΒ που ακολούθησαν προκάλεσαν την έντονη αντίδραση του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, κυρίως σε ό,τι αφορά την αλλαγή της μεθοδολογίας με την οποία καταρτίζεται ο δείκτης ανταγωνιστικότητας.
«Είναι, αν μη τι άλλο, άχαρο επιφανείς εγχώριοι θεσμοί να επιδιώκουν να παρουσιάσουν τις οικονομικές συνθήκες δυσμενέστερες των πραγματικών, παραγνωρίζοντας τη σημαντική βελτίωση που επιτυγχάνεται», ήταν το αιχμηρό σχόλιο του γραφείου Τύπου του υπουργείου.
Ειδικότερα, στο τελευταίο εβδομαδιαίο δελτίο για την ελληνική οικονομία του ΣΕΒ υπογραμμίζεται με έμφαση η υποχώρηση της Ελλάδας κατά τέσσερις θέσεις στην κατάταξη της ανταγωνιστικότητας με βάση της έκθεση του World Economic Forum για το 2018.
Ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι ο δείκτης ανταγωνιστικότητας καταρτίζεται πλέον με νέα μεθοδολογία και η σύγκριση με τα προηγούμενα έτη (εκτός του 2017) δεν είναι δυνατή. Επισημαίνεται εξάλλου, από τον Σύνδεσμο, πως «η κατάταξη πλέον στηρίζεται περισσότερο σε στατιστικά στοιχεία από διεθνείς πηγές (70%) και λιγότερο σε ερωτηματολόγια του WEF (30% από 69% προηγούμενων) και, έτσι, επηρεάζεται λιγότερο από υποκειμενικές εκτιμήσεις περί της γενικότερης κατάστασης της χώρας».
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται από την πλευρά του υπουργείου, στελέχη του οποίου τα δύο προηγούμενα χρόνια κατέδειξαν ότι η παλαιά μεθοδολογία ήταν προβληματική και απέδιδε μια στρεβλή εικόνα για τη χώρα, ο ΣΕΒ είναι αρμόδιος για τη διαμόρφωση του δείγματος και την αποστολή του στο WEF.
Μάλιστα το υπουργείο Οικονομίας είχε εκφράσει με τον πλέον επίσημο τρόπο τον προβληματισμό του στον Σύνδεσμο, καθώς «οι υποκειμενικές αξιολογήσεις δεν δικαιολογούνταν από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις δημοσιονομικές/μακροοικονομικές βελτιώσεις στα μεγέθη της οικονομίας ή ανάλογες κατατάξεις ανταγωνιστικότητας από πλευράς Ε.Ε. (Euro Plus Monitor, Eurostat) και ΟΟΣΑ. Είναι εντυπωσιακό, λοιπόν, ότι με την εφαρμογή του νέου ερωτηματολογίου, η χώρα για το ίδιο έτος αναφοράς (2016) αναβαθμίστηκε κατά 34 θέσεις, καταλαμβάνοντας την 53η θέση στην κατάταξη».
Ζήτημα μεθοδολογίας δεν είχε θέσει μόνο η Ελλάδα, αλλά και άλλες χώρες επιτυγχάνοντας να μειωθεί η συμβολή των υποκειμενικών εκτιμήσεων. Οπως παραδέχεται και ο ίδιος ο ΣΕΒ, η κατάταξη πλέον στηρίζεται σε στατιστικά στοιχεία από διεθνείς πηγές (70%) και λιγότερο σε ερωτηματολόγια (30%).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα… εκτιμήσεων που προέκυψαν από υποκειμενικές παραμέτρους και χαρακτηρίζονται «φαιδρές» είναι εκείνες που πριν από δύο χρόνια εμφάνιζαν υψηλό βαθμό κινδύνου για πραξικοπηματική εκτροπή λόγω πολιτικής αστάθειας.
Κι ενώ οι εκπρόσωποι του υπουργείου Οικονομίας προσπαθούν να αποδείξουν ότι η μεθοδολογία που ακολουθούσε το WEF ήταν προβληματική «έτσι ώστε να βελτιωθεί η εικόνα της χώρας διεθνώς, ο ΣΕΒ μόνο σύμμαχος δεν ήταν σε αυτή την προσπάθεια.
Αντίθετα, μέχρι και πρόσφατα, εκπρόσωποί του υπεράσπιζαν με θέρμη τη μεθοδολογία που σήμερα θεωρείται εντελώς ξεπερασμένη», τονίζεται από το γραφείο Τύπου του υπουργείου, που επικαλείται την «Εφημερίδα των Συντακτών» και ειδικότερα την απάντηση του γενικού διευθυντή του ΣΕΒ (6/10/2017) σε σχετικό ρεπορτάζ μας.
Το διά ταύτα της συζήτησης για τη μεθοδολογία είναι ότι η χώρα κέρδισε 34 θέσεις σε σχέση με την κατάταξη που διατηρούσε με βάση το παλιό ερωτηματολόγιο, με μεγαλύτερο μάλιστα πλήθος χωρών, όταν το ειδικό βάρος των ερωτηματολογίων του ΣΕΒ μειώθηκε κατά πολύ, τονίζεται στο σχόλιο του γραφείου Τύπου.
