Τον έλεγχο όλων των συναλλαγών σε τραπεζικές μετοχές, στο φόντο των κερδοσκοπικών πιέσεων που αποτυπώθηκαν χθες στο ταμπλό του Χρηματιστηρίου, ζήτησε –σύμφωνα με πληροφορίες– η κυβέρνηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο Μαξίμου χθες το απόγευμα τονίστηκε ότι οι πιέσεις που δέχονται οι τραπεζικές μετοχές είναι αναντίστοιχες με τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών, της ελληνικής οικονομίας και τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος (θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης επί 6 συνεχόμενα τρίμηνα, διαρκής μείωση της ανεργίας, διαρκής βελτίωση των δεικτών εμπιστοσύνης).
«Ως εκ τούτου, η ελληνική κυβέρνηση εκτιμά ότι η κατάσταση οφείλεται σε κερδοσκοπικές πιέσεις και για τον λόγο αυτό παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις», τονίζει σε ανακοίνωση το μέγαρο Μαξίμου.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών, υπογραμμίζεται ότι μόλις τον περασμένο Μάιο ολοκληρώθηκαν επιτυχώς τα stress tests, είναι δημοσιευμένοι οι υψηλοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, στο πρώτο 6μηνο ξεπεράστηκε ο στόχος μείωσης των κόκκινων δανείων, αυξάνονται σε μηνιαία βάση οι καταθέσεις. Επιπλέον, οι δύο συστημικές τράπεζες έχουν μηδενίσει την εξάρτησή τους από τον ELA και θα ακολουθήσουν οι άλλες δύο μέχρι τέλος του χρόνου.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομίας Γιάννης Δραγασάκης, οι υπουργοί Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης και ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρης Λιάκος.
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα που παραμένει ευάλωτο για αντικειμενικούς άλλα και υποκειμενικούς λόγους βρίσκεται αντιμέτωπο με επιθετικά funds και γι’ αυτό το χθεσινό ξεπούλημα (sell off) είναι υπερβολικό, όπως υποστηρίζουν όχι μόνο κύκλοι της ελληνικής τραπεζικής αγοράς αλλά και ξένοι αναλυτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις οι τιμές των μετοχών υποχώρησαν κάτω από συγκεκριμένα επίπεδα, ενεργοποιήθηκαν αυτόματες εντολές πώλησης στέλνοντας ακόμα χαμηλότερα τις τιμές των τραπεζικών μετοχών.
Η Morgan Stanley σε χθεσινή της έκθεση εκτιμά ότι οι ανησυχίες για τα κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών είναι υπερβολικές, ωστόσο θεωρεί ότι η πλεονάζουσα προσφορά τίτλων είναι πιθανόν να συνεχιστεί μέχρι οι τράπεζες να αποκαλύψουν τους στόχους για τη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPEs) ώς το 2021 και κυρίως μέχρι να υπάρξει περισσότερη διαύγεια για το σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης της Πειραιώς.
Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι το τηλεγράφημα του Bloomberg την περασμένη Παρασκευή, ότι η Πειραιώς –που δέχθηκε τη μεγαλύτερη πίεση χθες– πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση ομολόγου Τier II (500 εκατ. ευρώ) στο πλαίσιο κάλυψης κεφαλαιακών αναγκών ώς το τέλος του χρόνου, δημιούργησε ανησυχία.
Ωστόσο ο διευθύνων σύμβουλος της Πειραιώς είχε τονίσει το μεσημέρι μιλώντας στο Reuters ότι «η τράπεζα βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τις εποπτικές αρχές και παρακολουθεί τις αγορές ομολόγων για να βρει το “παράθυρο ευκαιρίας” ώστε να προσδιορίζει τον κατάλληλο χρόνο που θα επιτρέψει την επιτυχή έκδοση, η οποία περιλαμβάνεται στο σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης και στοχεύει στην επαύξηση των κεφαλαιακών αποθεμάτων της Τράπεζας. Η έκδοση των παραπάνω κεφαλαιακών τίτλων συναρτάται με τις συνθήκες των διεθνών αγορών και θα πραγματοποιηθεί σε συνεννόηση με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές».
Το κυριότερο όμως είναι, όπως τονίζει η τράπεζα, ότι το σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης που εφαρμόζει έχει γνωστοποιηθεί στην επενδυτική κοινότητα ήδη από τον Μάιο 2018, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των stress tests που διενήργησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Το στοιχείο της… υπερβολής επισήμαναν χθες και κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών που εμφανίστηκαν καθησυχαστικοί για τις εξελίξεις στο τραπεζικό σύστημα.
Απέδωσαν τη μεγάλη πτώση των τραπεζικών μετοχών σε υπεραντίδραση των αγορών, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Το Bloomberg προκάλεσε ένα κλίμα και οι αγορές –ως συνήθως– υπεραντέδρασαν. Δεν μας ανησυχεί».
Η απομείωση των «κόκκινων» δανείων που πρέπει να πετύχουν οι ελληνικές τράπεζες δεν θα είναι αναίμακτη, καθώς θα οδηγήσει σε νέες προβλέψεις και πιθανόν, μακροπρόθεσμα, να χρειαστούν κεφάλαια. Παράλληλα, τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου κατέδειξαν ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν χορηγεί δάνεια, άρα δεν έχει έσοδα και κέρδη.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι η βασική δουλειά των τραπεζών εδώ και πολλά χρόνια είναι η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, γεγονός που κάθε άλλο παρά δείγμα υγείας αποτελεί.
Και καταδεικνύεται για ακόμα μία φορά ότι το 2009 που η ελληνική οικονομία εισήλθε σε υφεσιακό σπιράλ και για σειρά ετών, οι διοικήσεις των τραπεζών δεν πήραν πρωτοβουλίες ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων εν τη γενέσει του. Και κάπως έτσι φτάσαμε στα 100 δισ. ευρώ προβληματικών δανείων, τα οποία έπρεπε να μειωθούν σε συνθήκες κρίσης.
Το πρώτο εξάμηνο τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις τέσσερις συστημικές τράπεζες ήταν 88,6 δισ. ευρώ.
Τώρα λοιπόν, οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει βάσει και των οδηγιών της ΕΚΤ να μειώσουν τα προβληματικά δάνεια (Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα/NPEs) κατά 60% μέχρι το 2021, χωρίς ωστόσο να έχουν οριστικοποιηθεί ακόμα με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ τα σχέδιά τους.
Ωστόσο, η Goldman Sachs σε έκθεσή της τονίζει ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον στηρίζει τη διαδικασία μείωσης των NPEs κυρίως λόγω της δυναμικής της ελληνικής οικονομίας (στεγαστική αγορά, τουρισμός, δευτερογενής αγορά «κόκκινων» δανείων, μικρότερος αριθμός στρατηγικών κακοπληρωτών, απεμπλοκή των τραπεζών από τον ELA, αύξηση των καταθέσεων).
Στα «αρνητικά» καταγράφει ότι η ανάκαμψη έχει μόλις ξεκινήσει. Οσο φιλόδοξοι κι αν είναι οι στόχοι μείωσης των προβληματικών δανείων, οι μη εξυπηρετούμενες οφειλές θα διαμορφώνονται σε υψηλά επίπεδα και τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια αναμένεται να δεχτούν περαιτέρω πίεση.
Με δεδομένο λοιπόν ότι το μεγαλύτερο στοίχημα είναι η μείωση των «κόκκινων» δανείων, η ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με το ΤΧΣ και την Ελληνική Ενωση Τραπεζών «προωθεί ένα συγκεκριμένο σχέδιο παρεμβάσεων, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την περαιτέρω μείωση των “κόκκινων” δανείων και την εξυγίανση των χαρτοφυλακίων των τραπεζών, που θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο την εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα», καταλήγει σε ανακοίνωσή του το Μαξίμου.
Βουτιά 8,8% στις τραπεζικές μετοχές

Η βίαιη πτώση του τραπεζικού κλάδου ξύπνησε άσχημες μνήμες και οδήγησε σε αρνητικό πρόσημο το Χρηματιστήριο Αθηνών που κατάφερε στην τελική ευθεία για το «κλείσιμο» να περιορίσει τις απώλειες και να κλείσει ο Γενικός Δείκτης με πτώση 2,1% στις 666,84 μονάδες.
Ο τραπεζικός κλάδος πρωταγωνίστησε στη βουτιά καταγράφοντας απώλειες κοντά στο 12% ενδοσυνεδριακά κλείνοντας τελικά στο -8,8%.
Η Τράπεζα Πειραιώς δέχτηκε το ισχυρότερο πλήγμα, αγγίζοντας ενδοσυνεδριακά το limit down στο -30% και έκλεισε στις 17.19 με πτώση 20,73% στο 1,30 ευρώ. Η Eurobank έκλεισε στο 0,53 ευρώ υποχωρώντας κατά 14,69%, η Εθνική Τράπεζα με απώλειες 5,49% στο 1,58 ευρώ και η Alpha Bank στο 1,18 ευρώ με πτώση 3,28%.
Η χθεσινή συνεδρίαση αποτυπώνει σε ένα βαθμό τις ανησυχίες των επενδυτών που εν πολλοίς αποτυπώνονται στις εκθέσεις της Goldman Sachs και της HSBC, στις οποίες επισημαίνεται η αδυναμία των τραπεζών να ενισχύσουν την οργανική κερδοφορία, με βάση τα αποτελέσματα του εξαμήνου. Παράλληλα οι τράπεζες έχουν στόχο να μειώσουν τα «κόκκινα» δάνεια κατά 60% ώς το 2021, αλλά και να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους ώστε να θωρακιστούν τα κεφάλαια. Και φυσικά πάντα υπάρχουν οι άγριες διαθέσεις εκείνων που αρέσκονται σε υποτιμητική κερδοσκοπία (σορτάκηδες). Πτώση 6,67% κατέγραψε και η μετοχή της ΔΕΗ λόγω και της «σπέκουλας» που γίνεται για τον ισολογισμό της.
Σε κάθε περίπτωση, το χθεσινό θρίλερ, όπως επισημαίνουν αναλυτές, αποδεικνύει τη ρηχότητα της ελληνικής αγοράς ενώ δεν μπορούν να αγνοηθούν όλα όσα συμβαίνουν στη γειτονική Ιταλία με αφορμή την κόντρα με τις Βρυξέλλες για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, όπως αυτή αποτυπώθηκε στις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων και τις τραπεζικές μετοχές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
