Στο 2% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το καλό σενάριο, τοποθετεί τον πήχη για τη φετινή ανάπτυξη η Eurobank, συστήνοντας παράλληλα στην κυβέρνηση να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, ώστε να διασφαλιστεί η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.
Σε μελέτη τους για την ελληνική οικονομία, οι αναλυτές της τράπεζας τονίζουν ότι τυχόν αποκλίσεις από τις παραπάνω συνθήκες ενδέχεται να επιφέρουν κινδύνους για την επιστροφή του δημόσιου χρέους σε μη βιώσιμα επίπεδα.
Σε ό,τι αφορά την πορεία του ΑΕΠ, επισημαίνουν ότι στο κύριο σενάριο ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται στο 1,8% για το 2018.
Ενώ σε ένα εναλλακτικό σενάριο ευνοϊκότερης εξέλιξης του κινδύνου χώρας και συνεπώς των επενδύσεων, η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί στην περιοχή του 2%.
Σύμφωνα με τη Eurobank, η ανάπτυξη αναμένεται να έχει ως κινητήριες δυνάμεις τις επενδύσεις και τις εξαγωγές (+ 9,9% και + 7,8% σε ετήσια βάση αντιστοίχως), ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει στάσιμη (+ 0,1% σε ετήσια βάση), λόγω της συσταλτικής επίδρασης της δημοσιονομικής πολιτικής και της συνεχιζόμενης μείωσης του πλούτου των νοικοκυριών μέσω ανάλωσης αποταμιεύσεων.
Το ποσοστό ανεργίας θα συνεχίσει να μειώνεται σταδιακά (20%) και οι πληθωριστικές πιέσεις θα παραμείνουν χαμηλές (+ 0,7% σε ετήσια βάση).
Αβεβαιότητες
Οι προοπτικές ανάπτυξης εξακολουθούν να υπόκεινται σε σημαντικές αβεβαιότητες, επισημαίνει η Eurobank. Οπως εξηγεί, η ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ το 2017 (1,4%) ήταν το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της οικονομικής ανάκαμψης.
Τονίζει δε πως η επίδοση της Ελλάδας ήταν η χαμηλότερη στην Ε.Ε. 28, γεγονός που δείχνει ότι η οικονομική δυναμική εξακολουθεί να είναι σχετικά ασθενής.
Ωστόσο, προσθέτουν πως «η πρόκληση να εισέλθει η χώρα σε τροχιά ταχείας και διατηρήσιμης ανάπτυξης παραμένει.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία υποδεικνύουν μια συνεχιζόμενη βελτίωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας το δεύτερο τρίμηνο του 2018, αλλά με κάποιες ενδείξεις μετριασμού».
Στο δημοσιονομικό πεδίο, αναφέρουν σχετικά, το πρωτογενές πλεόνασμα για τους πρώτους έξι μήνες του 2018 ανήλθε σε 0,64 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας την πρόβλεψη του προϋπολογισμού του 2018.
Και συμπληρώνουν ότι «η επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για το 2018 θα εξαρτηθεί από τη σημαντική βελτίωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας, την ομαλή εφαρμογή του μετα-προγραμματικού καθεστώτος εποπτείας και τη συνέχιση των δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με στόχο την αύξηση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».
Αναφορικά με την απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου σχετικά με τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, επισημαίνουν ότι υποστηρίζει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους μεσοπρόθεσμα και πιο μακροπρόθεσμα, αλλά σε ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο υποθέσεων (ανάπτυξη άνω του 1,3% μακροπροθέσμως, πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% του ΑΕΠ μεταξύ 2013-2060, μέσο κόστος δανεισμού στο 4,9% για την προαναφερθείσα περίοδο).
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το μαξιλάρι ρευστότητας ύψους 24,1 δισ., το οποίο στοχεύει στην υποστήριξη της εξόδου της Ελλάδας στις αγορές, επαρκεί για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας για τουλάχιστον τους 22 επόμενους μήνες μετά το τέλος του προγράμματος και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μέχρι τα μέσα του 2022.
