Τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια παραμένουν βραχνάς για την κοινωνία, καταδεικνύοντας ότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις δεν είναι αποτελεσματικές και χρειάζεται να επανασχεδιαστούν ώστε να είναι συμβατές με την τρέχουσα οικονομική συγκυρία και βιώσιμες μακροπρόθεσμα.
Αυτό καταδεικνύουν τα στοιχεία της έκθεσης της Τραπέζης της Ελλάδος για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs), ενώ την ίδια στιγμή πάνω από το 30% των προβληματικών στεγαστικών βρίσκεται σε καθεστώς νομικής προστασίας, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι 13,7%.
Υπάρχουν ωστόσο και τα καλά νέα καθώς στο σύνολο του προβληματικού χαρτοφυλακίου οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στα 92,4 δισ. ευρώ, ήτοι 1,3 δισ. ευρώ χαμηλότερα από τον στόχο που είχε τεθεί για το πρώτο τρίμηνο του 2018. Σε ό,τι αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs), οι τράπεζες πέτυχαν τον στόχο που είχε τεθεί.
Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της ΤτΕ, σε σχέση με τον Μάρτιο του 2017, τα προβληματικά επιχειρηματικά χαρτοφυλάκια μειώθηκαν 12,6%, τα καταναλωτικά 23,4%, ενώ στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο η μείωση είναι μόλις 0,8%.
Σε ό,τι αφορά το μέλλον, οι τράπεζες προγραμματίζουν μέχρι το τέλος του 2019 επιπλέον πωλήσεις ύψους 4,7 δισ. ευρώ, αγγίζοντας τα 11,6 δισ. ευρώ συνολικές πωλήσεις, ενώ θα αυξήσουν κατά 1,2 δισ. ευρώ τις διαγραφές, κυρίως στο χαρτοφυλάκιο της λιανικής.
Παράλληλα, σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας Πειραιώς, η αναδιάρθρωση του 1/3 των μη βιώσιμων επιχειρήσεων -μέσω απορρόφησής τους από βιώσιμες- θα καταστήσει εξυπηρετούμενα 15,9 δισ. ευρώ «κόκκινων» δανείων, κάτι που είναι κομβικής σημασίας για την ελληνική οικονομία.
Εκτιμάται ότι το κέρδος θα είναι διπλό, καθώς θα αυξηθεί η λειτουργική κερδοφορία κατά 2,6 δισ. ευρώ και ο τζίρος της οικονομίας κατά 17,6 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Πειραιώς, Ηλία Λέκκο, στις μη βιώσιμες επιχειρήσεις είναι εγκλωβισμένο παραγωγικό δυναμικό (όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στην αξία του ενεργητικού τους) ύψους 28,4 δισ. ευρώ, αξία που αντιστοιχεί στο 16,3% του ΑΕΠ.
Η μελέτη επισημαίνει ότι αυτές οι επιχειρήσεις «παρότι ζημιογόνες για σειρά χρήσεων, παραμένουν σε λειτουργία, σωρεύοντας χρέη και υποχρεώσεις προς τους εργαζομένους τους, τους φορείς του Δημοσίου (ασφαλιστικά ταμεία και Εφορία) καθώς και τις τράπεζες».
