Το ύψος των επιτοκίων δανεισμού, το μη μισθολογικό κόστος και η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν τα βασικότερα εμπόδια προσέλκυσης επενδύσεων, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής Βιομηχανικών Υποθέσεων της Business Europe, Γκέρχαρντ Κοχ.
Σε συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε ο ΣΕΒ, με την ευκαιρία της συνεδρίασης της Βusiness Europe στην Αθήνα, ο Γκ. Κοχ υπογράμμισε ότι το επιτόκιο στην Ελλάδα είναι περίπου 7%, υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ υπάρχουν επιχειρήσεις που δανείζονται με ακόμα χαμηλότερο επιτόκιο.
Αντίστοιχα, το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα είναι μεσοσταθμικά κατά 30% ακριβότερο σε επίπεδο Ε.Ε. Ωστόσο, ο παράγοντας ενέργεια αποτελεί ούτως ή αλλιώς ευρωπαϊκό πρόβλημα καθώς το κόστος για τη βιομηχανία της «γηραιάς ηπείρου» είναι ακριβότερο σε σχέση με αυτό των ΗΠΑ που είναι ο κύριος ανταγωνιστής.
Αυτός είναι και λόγος, όπως είπε ο Γκ. Κοχ, που κρίνεται αναγκαία η δημιουργία ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Βιομηχανικών Υποθέσεων της Business Europe εκτιμά ότι το υψηλό μη μισθολογικό κόστος εργασίας θα πρέπει να μειωθεί, όπως άλλωστε πάγια ζητάει και ο ΣΕΒ.
Αυτό που είναι πλέον σαφές σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ότι θα πρέπει άμεσα, δηλαδή μέχρι το 2020, να αυξηθεί ο ρόλος της βιομηχανίας και η παραγωγή του ΑΕΠ από τη μεταποίηση να φτάσει στο 20% έναντι 15% που είναι σήμερα, μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο στρατηγικών κατευθύνσεων και πολιτικών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο στη βιομηχανία απασχολούνται 32 εκατ. εργαζόμενοι, συν άλλα 20 εκατ. οι οποίοι είναι έμμεσα απασχολούμενοι.
«Η ελληνική βιομηχανία αντέχει»

Σύμφωνα με μελέτη του ΣΕΒ, η ελληνική βιομηχανία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα μέσα στην κρίση και παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, καθαρών επενδύσεων και αύξηση θέσεων εργασίας και μισθών.
Η συμβολή της στην οικονομία παραμένει καθοριστική λόγω των υψηλών πολλαπλασιαστικών επιδράσεών της.
Οι μεταποιητικές δραστηριότητες δημιούργησαν περίπου το 9,9% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) το 2016 (ή στο 8,6% του ΑΕΠ), ενώ ο ευρύτερος βιομηχανικός τομέας (μεταποίηση, εξόρυξη, ενέργεια κτλ.) δημιουργεί το 13,8% της ΑΠΑ, με 20,5 δισ. ευρώ άμεσα, ακόμα και μέσα στην κρίση.
Το 87,7% των εξαγωγών αγαθών είναι βιομηχανικά προϊόντα (αξίας 22,3 δισ. ευρώ) ή το 42,1% των συνολικών εξαγωγών (συμπεριλαμβανομένων του τουρισμού, της ναυτιλίας, των μεταφορών κ.λπ.) μέσα από εξαγωγές σε 181 χώρες.
Επίσης, δημιουργεί απασχόληση σε περίπου 1,2 εκατ. εργαζομένους (άμεση, έμμεση και προκαλούμενη). Δηλαδή, 1 στους 4 εργαζομένους απασχολείται σε βιομηχανικές δραστηριότητες ή σε δραστηριότητες που οφείλονται στη βιομηχανία.
Τέλος, συνεισφέρει το 40% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων, ενώ ακόμα και μέσα στην κρίση πραγματοποίησε 27 δισ. ευρώ επενδύσεις (2009-2016)
Αποτελεί αναγκαιότητα η υιοθέτηση εθνικού στόχου για τη βιομηχανία, υπογράμμισε ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος του ΣΕΒ, Κωνσταντίνος Μπίτσιος, σημειώνοντας ότι αυτό θα πρέπει να γίνει με ευρεία συναίνεση και να υπηρετείται με συνέπεια ανεξαρτήτως εκλογικών κύκλων και πολιτικών αλλαγών.
Ενα συνεκτικό πλαίσιο βιομηχανικής ανάπτυξης θα δημιουργούσε σταδιακά 550.000 νέες θέσεις εργασίας (άμεσα και έμμεσα) -δηλαδή σταδιακή μείωση της ανεργίας κατά περίπου 10 μονάδες- και θα είχαμε, όπως εκτιμά ο Κ. Μπίτσιος, επιπλέον 15.000 μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις αμοιβές των εργαζομένων θα ήταν ώς και διπλάσιες στη μεταποίηση και τις συνδεμένες υπηρεσίες.
Συνεπώς, όπως αναφέρεται στη μελέτη του ΣΕΒ, θα είχαμε έως και 30 δισ. ευρώ τον χρόνο παραπάνω επενδύσεις και το κράτος θα εισέπραττε, σε ετήσια βάση, σημαντικά υψηλότερα έσοδα (λόγω της αύξησης της φορολογητέας ύλης).
Με τα δεδομένα αυτά, θα διπλασιάζαμε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και θα μετατρέπαμε το brain drain σε brain gain.
