Συνεχίζουμε με τον ίδιο ρυθμό, χωρίς καμία χαλάρωση και βλέπουμε παράλληλα τι μπορεί να γίνει για το θέμα του χρέους. Αυτό συμφωνήθηκε λίγο πολύ κατά τη χθεσινή σύνοδο της ευρωζώνης μεταξύ των εταίρων-δανειστών και της ελληνικής πλευράς, με την οποία έκλεισε η παρένθεση της τρίτης αξιολόγησης και άνοιξε ο δρόμος για την εκταμίευση της δόσης.
Υπό την προεδρία για πρώτη φορά του Πορτογάλου Μάριο Σεντένο και μέσα σε πολύ καλό κλίμα, οι υπουργοί Οικονομικών των 19 ενημερώθηκαν από τους θεσμούς για την πορεία της τρίτης αξιολόγησης και, όπως άλλωστε αναμενόταν, συμφώνησαν ότι με την υιοθέτηση της πλειονότητας των προαπαιτούμενων η ελληνική κυβέρνηση εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της.
Εδωσαν λοιπόν το «πράσινο φως» για την έναρξη της διαδικασίας που οδηγεί στην εκταμίευση της δόσης, η οποία θα δοθεί τμηματικά.
Με άλλα λόγια, για την επικύρωση από τα κοινοβούλια των κρατών-μελών και την τυπική πλέον έγκριση από το Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για την εκταμίευση της δόσης, που θα αρχίσει να χορηγείται μετά το πρώτο 15θήμερο του Φεβρουαρίου.
Ενα ποσό της τάξης των 3,3 δισ. ευρώ προορίζεται για την εξυπηρέτηση δανειακών αναγκών, 500 εκατ. ευρώ θα αφιερωθούν στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών και 1,9 δισ. ευρώ θα χρησιμοποιηθούν ως ταμειακό απόθεμα («μαξιλάρι» για τη μετα-μνημονιακή εποχή). Σύνολο: 5,7 δισ. ευρώ. Προβλέπεται επίσης η χορήγηση, μετά τον Απρίλιο, 1 δισ. ευρώ επιπλέον για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Με την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης θα αρχίσουν συζητήσεις τεχνικού επιπέδου για το θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.
Σύμφωνα με την έκθεση συμμόρφωσης της Κομισιόν, ένα από τα σενάρια (το καλύτερο) είναι το ελληνικό χρέος να κυμανθεί από 181,1% του ΑΕΠ το 2017 σε 179,9% το 2018, 165% το 2020, 127,2% το 2030, 113,5% το 2040, 104,3% το 2050 και σε 96,4 % το 2060.
Οι προβλέψεις αυτές είναι ελαφρά υψηλότερες από αυτές του περασμένου Ιουνίου και συνεπώς επιβεβαιώνεται η ανάγκη λήψης μέτρων από την πλευρά των εταίρων -δανειστών.
Στην έκθεση η Επιτροπή θέτει ερώτημα για το εάν το προβλεπόμενο «μαξιλάρι ρευστότητας» της χώρας πρέπει να επανεκτιμηθεί, με τα σχεδιασμένα 10,2 δισ. να καλύπτουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες μόνο για 10 μήνες μετά το τέλος του προγράμματος, ποσό που θα μπορούσε να αυξηθεί με περαιτέρω εκδόσεις ομολόγων και πρόοδο στη διαχείριση των μετρητών.
Ενα μαξιλάρι 17 δισ.ευρώ θα μπορούσε να καλύψει τις δανειακές ανάγκες για ένα χρόνο μετά το τέλος του προγράμματος, 20,3 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019, ενώ 30 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2020, αναφέρει η έκθεση.
