Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ευοίωνες είναι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ωστόσο δεν δικαιολογείται εφησυχασμός, καθώς το τραπεζικό σύστημα, αν και έχει ισχυροποιηθεί σημαντικά το τελευταίο εννεάμηνο του 2017, παραμένει ευάλωτο σε εξωγενείς χρηματοπιστωτικούς κινδύνους.

Αυτό επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην επισκόπηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, που εξέδωσε χθες, λίγες ημέρες πριν από την οριστικοποίηση των παραδοχών βάσει των οποίων θα γίνουν τα stress tests των τραπεζών και είναι μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το 2018.

Η νέα μεγάλη πρόκληση που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες είναι η εφαρμογή των νέων λογιστικών προτύπων (IFRS9) που οδηγεί σε αυστηρότερα κριτήρια χορηγήσεων αλλά και η αυστηροποίηση του χειρισμού των προβλέψεων για τα νέα Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (MEA/NPEs).

«Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι θετικό που υπάρχει ένα απόθεμα ασφαλείας, με σκοπό τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, για την ενδεχόμενη στήριξη του τραπεζικού τομέα, εάν αυτή καταστεί αναγκαία» επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος.

Φυσικά, το μεγάλο στοίχημα των τραπεζών για την επόμενη διετία παραμένει η μείωση των «κόκκινων δανείων», με την ΤτΕ να ζητάει διεύρυνση των λύσεων που προσφέρουν στους δανειολήπτες πιο δραστικές αποφάσεις, κυρίως σε ό,τι αφορά ενέργειες βιώσιμων επιχειρήσεων, εντοπισμό στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις.

Αυτό ωστόσο που θα διευκολύνει τις τράπεζες στην προσπάθεια αποτελεσματικής διαχείρισης των ΜΕΑ είναι ότι φέτος αναμένεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4% και ταυτόχρονα ενισχύεται η εμπιστοσύνη των καταθετών και των επενδυτών.

Σε ειδικό κεφάλαιο αφιερώνει η ΤτΕ το θέμα της πώλησης δανείων (καταναλωτικών και επιχειρηματικών) και εξετάζονται σενάρια, ώστε να προσδιοριστούν οι επιπτώσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.

Οπως προκύπτει, οι τράπεζες έχουν λάβει επαρκείς προβλέψεις, ώστε, ακόμη κι αν προχωρήσουν σε πώληση, στο 3% της ονομαστικής αξίας του 64,7% του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετουμένων επιχειρηματικών και καταναλωτικών δανείων (29,8 δισ. ευρώ), ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) δεν θα υποχωρήσει κάτω από το 12,5%.

«Σε κάθε περίπτωση, οι τράπεζες πρέπει να προχωρήσουν σε μια πιο επιθετική πολιτική πώλησης ή μεταβίβασης, αναγνωρίζοντας τις ζημιές», συστήνει η ΤτΕ.

Να σημειωθεί ότι το σύνολο των ρυθμισμένων δανείων την περίοδο Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2017 ανέρχεται σε 51,1 δισ. ευρώ, ενώ το 21,9% των ήδη ρυθμισμένων ανοιγμάτων εμφανίζει καθυστέρηση άνω των 90 ημερών.

Περισσότερα από τα μισά δάνεια (54,3%) που βρίσκονται σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών δεν έχουν ρυθμιστεί και τα αντίστοιχα ποσοστά ανά κατηγορία διαμορφώνονται στο 60,4% για τα επιχειρηματικά, 49,9% για τα στεγαστικά και 42,9% για τα καταναλωτικά.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τα επιχειρηματικά δάνεια, το μεγαλύτερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων με 77,9% έχει ο κλάδος της Εστίασης και το χαμηλότερο της Ενέργειας με 4,9%, αν εξαιρέσουμε τη Δημόσια Διοίκηση (0,7%).

Την περίοδο Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2017, οι διαγραφές ανήλθαν σε 5,2 δισ. ευρώ και αφορούσαν κυρίως καταγγελμένες απαιτήσεις επιχειρηματικών δανείων.